Ενας λογαριασμός 900 ευρώ σε εστιατόριο κατέληξε… σε σύλληψη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της «δημοκρατικής», υπήκοος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ο οποίος βρισκόταν στη Ρόδο, επισκέφθηκε εστιατόριο στην παλιά πόλη. Στον χώρο της επιχείρησης κατανάλωσε ψάρια και ποτά, με τον λογαριασμό να ανέρχεται στο ποσό των 900 ευρώ. Η εξόφληση πραγματοποιήθηκε με χρήση τραπεζικής κάρτας, ενώ ο τουρίστας, καθώς αποχωρούσε από το κατάστημα, φέρεται να άφησε και επιπλέον φιλοδώρημα στο προσωπικό.
Λίγες ώρες αργότερα, ο επισκέπτης άλλαξε στάση και προχώρησε σε αμφισβήτηση της συναλλαγής που είχε ολοκληρωθεί στο εστιατόριο. Όπως υποστηρίζεται, η τράπεζα συνεργασίας του ενημέρωσε ότι, προκειμένου να εξεταστεί το αίτημά του, απαιτείται και επίσημη αναφορά προς την αρμόδια αστυνομική αρχή. Με βάση αυτή την υπόδειξη, ο αλλοδαπός μετέβη στις τοπικές αρχές και κατέθεσε δήλωση στην οποία αποτύπωνε τη δική του εκδοχή για όσα διαμείφθηκαν στο κατάστημα.
Μετά την κατάθεση του τουρίστα, η αστυνομία επιλήφθηκε της υπόθεσης αυτεπαγγέλτως, καθώς το αδίκημα της απάτης διώκεται με αυτή τη διαδικασία. Στο πλαίσιο των ενεργειών που ακολούθησαν, σχηματίστηκε δικογραφία και προχώρησε η σύλληψη του 59χρονου ημεδαπού, ο οποίος φέρεται να εκμεταλλεύεται την επιχείρηση εστίασης στην οποία έγινε η επίμαχη συναλλαγή. Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου.
Η συνέχεια της υπόθεσης πήρε διαφορετική τροπή μέσα από την παρέμβαση του δικηγόρου του συλληφθέντος, του κ. Δήμου Μουτάφη. Όπως αναφέρεται, η υπεράσπιση επιδίωξε εξαρχής να αποτραπεί η διόγκωση του ζητήματος, με βασικό επιχείρημα τις δυσμενείς συνέπειες που θα μπορούσε να επιφέρει στον τουρισμό του νησιού η δημοσιοποίηση μιας τέτοιας περίπτωσης σε αιχμή της σεζόν. Στο πλαίσιο αυτό, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμβιβαστική λύση, με τον 59χρονο να καταβάλλει στον αλλοδαπό επισκέπτη το ήμισυ του ποσού της κατανάλωσης, δηλαδή 450 ευρώ.
Έπειτα από την οικονομική διευθέτηση, ο τουρίστας προχώρησε σε ανάκληση όσων είχε αρχικά υποστηρίξει σε βάρος του καταστηματάρχη. Με τον τρόπο αυτό, η υπόθεση κατευθύνεται σε αποκλιμάκωση, ενώ απομακρύνεται και το ενδεχόμενο να αποκτήσει μεγαλύτερες διαστάσεις σε δικαστικό επίπεδο.






