Ο όρος «social media» χρησιμοποιείται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπους, ωστόσο η έννοιά του δεν είναι πάντα αυτονόητη. Παρότι αποτελεί βασικό αντικείμενο μελέτης στην ψυχολογία, την επικοινωνία και τις κοινωνικές επιστήμες, δεν υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός επιστημονικός ορισμός για το ποιες πλατφόρμες ανήκουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ποιες όχι. Μια νέα επιστημονική μελέτη επιχείρησε να εξετάσει όχι μόνο πώς ορίζουν οι ειδικοί τα social media, αλλά κυρίως πώς τα αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι χρήστες.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Τμήματος Ψυχολογίας του Aston University και του Aston Institute of Health and Neurodevelopment στο Ηνωμένο Βασίλειο και δημοσιεύθηκε το 2026 στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Psychology of Popular Media της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (American Psychological Association). Πρόκειται για μια προεγγεγραμμένη (preregistered) μελέτη μικτής μεθοδολογίας, η οποία συνδύασε ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα.
Στην έρευνα συμμετείχαν 968 ενήλικοι χρήστες κοινωνικών δικτύων από το Ηνωμένο Βασίλειο, ηλικίας από 18 έως 79 ετών. Το δείγμα περιλάμβανε ισάριθμους νέους ηλικίας 18 έως 25 ετών και άτομα άνω των 25 ετών, ώστε να διερευνηθούν πιθανές διαφορές στις αντιλήψεις μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων. Επιπλέον, 95 συμμετέχοντες απάντησαν σε ανοιχτές ερωτήσεις, επιτρέποντας στους ερευνητές να εξετάσουν σε μεγαλύτερο βάθος τις προσωπικές εμπειρίες και απόψεις τους.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα της μελέτης ήταν ποιες διαδικτυακές πλατφόρμες θεωρούν οι πολίτες ότι αποτελούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες αναγνώρισαν ως social media το Instagram, το Facebook, το TikTok, το X (πρώην Twitter) και το Snapchat. Αντίθετα, πλατφόρμες όπως η Wikipedia, το ChatGPT, οι εφαρμογές φυσικής άσκησης, οι διαδικτυακές αγορές και οι εικονικές πλατφόρμες επιτραπέζιων παιχνιδιών σπάνια χαρακτηρίστηκαν ως μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρότι αρκετές από αυτές διαθέτουν χαρακτηριστικά που περιλαμβάνονται σε ορισμένους επιστημονικούς ορισμούς του όρου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η διαφοροποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την επιστημονική έρευνα αλλά και για τη δημόσια πολιτική. Εφόσον διαφορετικοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο τι αποτελεί social media, οι μελέτες που χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο χωρίς σαφή ορισμό ενδέχεται να εξετάζουν διαφορετικά φαινόμενα. Η ίδια ασάφεια μπορεί να επηρεάσει και τη διαμόρφωση πολιτικών σχετικά με τη χρήση των κοινωνικών δικτύων, ιδιαίτερα όταν συζητούνται περιορισμοί ή μέτρα προστασίας για ανηλίκους.
Η έρευνα διερεύνησε επίσης ποιες θετικές και αρνητικές ιδιότητες αποδίδουν οι χρήστες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν συνολικά 68 χαρακτηριστικά που είχαν επιλεγεί με βάση προηγούμενη επιστημονική βιβλιογραφία και επίσημες εκθέσεις.
Μεταξύ των θετικών χαρακτηριστικών που συγκέντρωσαν τη μεγαλύτερη αποδοχή ήταν η ευκολία χρήσης των κοινωνικών δικτύων, η ψυχαγωγία, η ενημέρωση για τοπικές και διεθνείς εξελίξεις, η δυνατότητα αναζήτησης βοήθειας και συμβουλών, η ανάπτυξη νέων κοινωνικών σχέσεων, οι ευκαιρίες δημιουργίας εισοδήματος και η διατήρηση προσωπικών αναμνήσεων μέσω φωτογραφιών και βίντεο. Πάνω από οκτώ στους δέκα συμμετέχοντες συμφώνησαν με αυτές τις διαπιστώσεις.
Παράλληλα, ακόμη μεγαλύτερη ήταν η συμφωνία σε ορισμένες αρνητικές επιπτώσεις. Η μεγάλη πλειονότητα των συμμετεχόντων χαρακτήρισε τα social media ως εθιστικά, χρονοβόρα και σημαντικό παράγοντα διάδοσης παραπληροφόρησης. Υψηλά ποσοστά συμφωνίας καταγράφηκαν επίσης για την ενίσχυση των κοινωνικών συγκρίσεων, την αύξηση του φόβου ότι κάποιος χάνει σημαντικές εμπειρίες ή γεγονότα, τη διατάραξη του ύπνου, την έκθεση σε διαδικτυακή παρενόχληση, τον κυβερνοεκφοβισμό, τη μείωση της ιδιωτικότητας, την αναβλητικότητα και την απόσπαση από άλλες καθημερινές δραστηριότητες. Συνολικά, οι συμμετέχοντες συμφώνησαν περισσότερο με τις αρνητικές παρά με τις θετικές επιδράσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Οι αναλύσεις ανά ηλικιακή ομάδα έδειξαν ότι οι γενικές αντιλήψεις ήταν παρόμοιες μεταξύ νεότερων και μεγαλύτερων ενηλίκων, ωστόσο εμφανίστηκαν ορισμένες διαφοροποιήσεις. Οι νεότεροι συμμετέχοντες συμφωνούσαν συχνότερα ότι τα social media συμβάλλουν στην απόκτηση γνώσεων, διευρύνουν την πρόσβαση σε διαφορετικές απόψεις και ταυτόχρονα αυξάνουν την αναβλητικότητα και επηρεάζουν αρνητικά την εικόνα σώματος.
Ένα ακόμη μέρος της μελέτης αξιολόγησε κατά πόσο οι πολίτες κατανοούν και αποδέχονται διαφορετικούς επιστημονικούς και λεξικογραφικούς ορισμούς των social media. Οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι κατανοούν ευκολότερα τους απλούστερους ορισμούς που χρησιμοποιούνται σε λεξικά και εκπαιδευτικούς οργανισμούς, ενώ οι περισσότερο εξειδικευμένοι ακαδημαϊκοί ορισμοί κρίθηκαν δυσκολότεροι στην κατανόηση και συγκέντρωσαν χαμηλότερα επίπεδα συμφωνίας.
Η ποιοτική ανάλυση των ανοιχτών απαντήσεων ανέδειξε διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των ηλικιακών ομάδων. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συμμετέχοντες περιέγραψαν συχνότερα τις επιπτώσεις των social media στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις συμπεριφορές που εμφανίζονται στις διαδικτυακές πλατφόρμες και στις συνέπειες που αυτές έχουν στην καθημερινή ζωή. Πολλοί ανέφεραν περιστατικά παραπληροφόρησης, διαδικτυακής παρενόχλησης, σύγκρισης με άλλους χρήστες και υπερβολικής ενασχόλησης με τις πλατφόρμες.
Οι νεότεροι ενήλικοι έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση σε ζητήματα ψυχικής υγείας, όπως το άγχος, η πίεση από τις κοινωνικές συγκρίσεις, η εικόνα σώματος και ο φόβος κοινωνικού αποκλεισμού. Παράλληλα, περιέγραψαν τα κοινωνικά δίκτυα ως μέσο διατήρησης φιλικών σχέσεων, δημιουργίας νέων γνωριμιών, ανταλλαγής γνώσεων και συμμετοχής σε κοινότητες με κοινά ενδιαφέροντα. Πολλοί ανέφεραν επίσης ότι περιορίζουν συνειδητά τη χρήση ορισμένων πλατφορμών όταν διαπιστώνουν ότι επηρεάζεται η παραγωγικότητα ή η ψυχική τους κατάσταση.
Οι ερευνητές διερεύνησαν και τους διαφορετικούς τρόπους χρήσης των social media. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν κυρίως παθητικά τις πλατφόρμες, παρακολουθώντας το περιεχόμενο άλλων χρηστών ή συνδυάζοντας διαφορετικά είδη δραστηριότητας, όπως δημοσιεύσεις, σχολιασμό και απλή περιήγηση. Σύμφωνα με τις απαντήσεις, η επίδραση κάθε μορφής χρήσης εξαρτάται από τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται η πλατφόρμα, είτε πρόκειται για προσωπική επικοινωνία, ενημέρωση, εργασία είτε για ψυχαγωγία.
Στη συζήτηση των αποτελεσμάτων, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τα social media μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση του σχεδιασμού μελλοντικών ερευνών, στη σαφέστερη περιγραφή των πλατφορμών που μελετώνται και στη διαμόρφωση πολιτικών που βασίζονται σε σαφείς ορισμούς και στην πραγματική εμπειρία των χρηστών. Προτείνουν οι μελλοντικές μελέτες να προσδιορίζουν με ακρίβεια ποιες πλατφόρμες εξετάζουν αντί να χρησιμοποιούν γενικά τον όρο «social media», καθώς οι χρήστες δεν αντιλαμβάνονται όλες τις ψηφιακές υπηρεσίες με τον ίδιο τρόπο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ






