Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου, 2026
spot_img

Top 5 ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Χρειάζεται ριζική αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 86

spot_img

Μια χρόνια τάση αποτελούν οι προσχηματικές αναθεωρήσεις του Συντάγματος, δηλώνει στην αποκλειστική συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» ο Προκόπης Παυλόπουλος

Σύμφωνα με τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι πρόσφατες θέσεις του πρωθυπουργού σχετικά με τον προσανατολισμό μιας νέας αναθεώρησης δεν δικαιολογούν κάποια αισιοδοξία ως προς την ανακοπή αυτής της πρακτικής

Από την efsyn.gr

Πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας η ανθεκτικότητα του Συντάγματος του 1975; Εχει να κάνει με την αρτιότητα των διατάξεων που περιλαμβάνει; Τη διορατικότητα του νομοθέτη; Ή μήπως με το σταθερό και στέρεο πολιτικό περιβάλλον τα χρόνια της Μεταπολίτευσης;

Η ιστορική αποτίμηση της ratio revisendae constitutionis στο πεδίο των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1975, διαδοχικώς το 1986, το 2001, το 2008 και το 2019, παραπέμπει, αναγκαίως, στην ανάγκη επισήμανσης του πότε και γιατί πρέπει να αναθεωρείται το Σύνταγμα. Και στο σημείο αυτό, προφανώς για λόγους πιστής απόδοσης της συνταγματικής μας πραγματικότητας και πρακτικής, πρέπει να τονισθεί ότι υπό το καθεστώς εφαρμογής του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 –του μακροβιότερου και πιο πλήρους Συντάγματος στη συνταγματική μας ιστορία– είναι η πρώτη συνταγματική περίοδος όπου και οι διατάξεις του κατά κανόνα εφαρμόζονται, ως προς σημαντικό μέρος, ικανοποιητικώς.

Αλλά και οι αναθεωρήσεις του ξεκινούν και ολοκληρώνονται με πιστή τήρηση των ειδικών προς τούτο διαδικαστικών συνταγματικών προβλέψεων. Γεγονός το οποίο συνεπάγεται και ότι από το 1975 και ύστερα βιώνουμε, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, την πιο ομαλή περίοδο συνταγματικώς ρυθμισμένης διακυβέρνησης στην ιστορία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.

Από τις τέσσερις αναθεωρήσεις που έχει υποστεί το Σύνταγμα, ποιες θεωρείται πετυχημένες και ποιες ελλιπείς λόγω των πολιτικών συνθηκών και σκοπιμοτήτων της εποχής;

Ας μου επιτραπεί να καταθέσω, φυσικά εν συντομία, την προσωπική μου εμπειρία. Δοθέντος ότι την μεν αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986 την βίωσα ως καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις δε αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 2001 και 2008 συμμετείχα ενεργώς ως μέλος των αντίστοιχων αναθεωρητικών Βουλών. Υπ’ αυτό το βιωματικό πρίσμα θεωρώ ότι από τις κατά τ’ ανωτέρω τέσσερις αναθεωρήσεις του Συντάγματος μόνον εκείνες του 2001 και του 2008 ολοκληρώθηκαν με τήρηση του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή με τήρηση όχι μόνο των διαδικαστικών αλλά και των ουσιαστικών, στην ολότητά τους, προϋποθέσεων αναθεώρησης του Καταστατικού μας Χάρτη.

Ενώ κατά τις δύο άλλες βεβαίως και τηρήθηκαν πιστά κυρίως οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, όμως οι αναθεωρητικές πλειοψηφίες στις δύο Βουλές απομακρύνθηκαν, έστω και εν μέρει, από τον θεσμικώς δέοντα σεβασμό του ρυθμιστικού πνεύματός τους. Δοθέντος ότι από την μια πλευρά μέσω της αναθεώρησης του 1986 επιδιώχθηκε, και τελικώς επήλθε, κυρίως η κανονιστική απομείωση του εν γένει ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εμπέδωση των βάσεων ενός καταδήλως πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Και, από την άλλη πλευρά, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 –και προκειμένου να αποφεύγεται εν πάση περιπτώσει η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές– καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία που διασφάλιζε την ουσιωδώς συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα σε σημείο ώστε αυτή να καθίσταται εφικτή ακόμα και με την σχετική πλειοψηφία των Βουλευτών, άρα ακόμα και από μία περιστασιακή κυβερνητική πλειοψηφία.

Τι ισχύει για τη λεγόμενη Βουλή της μιας ημέρας, αν στις επόμενες εκλογές δεν προκύψει κυβέρνηση; Ματαιώνεται η αναθεώρηση ή μετατίθεται για τη Βουλή μετά τις δεύτερες εκλογές;

Αρχίζω με μία στοιχειώδη, νομικώς, ερμηνευτική παρατήρηση: Κάθε κανόνας δικαίου –πολλώ μάλλον κάθε κανόνας δικαίου του Συντάγματος, καθ’ ο μέτρο αυτό έχει υπέρτερη τυπική ισχύ ως βάση και κορυφή της όλης έννομης τάξης– ερμηνεύεται κατ’ εξοχήν με βάση την τελεολογική ερμηνευτική μέθοδο. Από τα όσα ήδη προηγήθηκαν συνάγεται ότι και οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος πρέπει να ερμηνεύονται πρωτίστως κατά τον σκοπό τους, ο οποίος δεν είναι άλλος από την αναθεώρηση του Συντάγματος με τον δέοντα σεβασμό τουλάχιστον των στοιχειωδών αρχών της.

Με σπουδαιότερη εκείνη της θεσμικής διαχείρισης της διαδικασίας αναθεώρησης μέσω τήρησης όλων των όρων και των προϋποθέσεων που θεσπίζουν οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2 επ. του Συντάγματος. Αρα και με τήρηση των αρχών αφενός του σεβασμού της πρώτης φάσης της αναθεωρητικής διαδικασίας, προ των εκλογών, από την αρμόδια προς τούτο Βουλή. Και, αφετέρου, της περαιτέρω απρόσκοπτης συνέχισης της αναθεωρητικής διαδικασίας από την μετά τις εκλογές αναδεικνυόμενη Βουλή με στόχο την οριστική ολοκλήρωσή της. Κατά τούτο, εάν η ως άνω πρώτη Βουλή διεκπεραιώσει το, εκ των πραγμάτων προκαταρκτικό, αναθεωρητικό έργο της και μετά τις εκλογές προκύψει «εφήμερη» Βουλή –ήτοι Βουλή, η οποία συνέρχεται μεν πλην όμως δεν είναι σε θέση, λόγω των κομματικών συσχετισμών, να καταλήξει στον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης– η όλη αναθεωρητική διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει δεν διακόπτεται.

Διότι, πάντοτε κατά την προεκτεθείσα ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 110 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, η ουσιαστική πλέον αναθεωρητική αρμοδιότητα οιονεί «μεταβιβάζεται» στην Βουλή εκείνη –όποτε αυτή εκλεγεί– η οποία θα είναι σε θέση να ασκήσει πλήρως τα αναθεωρητικά της καθήκοντα και, επέκεινα, να ολοκληρώσει το έργο της προηγούμενης Βουλής που περάτωσε το αρχικό, κατά την δική της αρμοδιότητα, αναθεωρητικό στάδιο. Η υιοθέτηση της θέσης αυτής επιβάλλεται και από την ίδια την διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος σε δύο φάσεις, υπό την έννοια ότι η δεύτερη φάση θεσπίζεται προκειμένου οι μετ’ αναθεώρηση ρυθμίσεις να έχουν την πρόσφορη, για τον θεμελιώδη νόμο της έννομης τάξης, νωπή και γνήσια δημοκρατική νομιμοποίηση.

Συμφωνείτε με την κατεύθυνση για μία και μοναδική εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας;

Οι εντελώς πρόσφατες θέσεις του πρωθυπουργού σχετικά με τον προσανατολισμό μίας νέας αναθεώρησης του Συντάγματος δεν δικαιολογούν κάποια αισιοδοξία ως προς την ανακοπή της χρόνιας τάσης προσχηματικών αναθεωρήσεων του Συντάγματος. Για παράδειγμα: προτείνει ο πρωθυπουργός την θέσπιση μίας, και μόνο, έστω και μεγαλύτερης χρονικώς θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας, προκειμένου να μην τίθεται αυτός κατά την ανανέωσή της «στο επίκεντρο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων που δύνανται να αλλοιώσουν τον οφειλόμενο υπερκομματικό χαρακτήρα του». Και το ερώτημα είναι προφανές: Γιατί το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε επί σειρά δεκαετιών προ του 2020, όταν η πρακτική ήταν να ανανεώνεται η θητεία ενός επιτυχημένου Προέδρου της Δημοκρατίας, εφόσον αυτός μπορεί να προσφέρει ακόμη; Και ποιος ευθύνεται για το ότι, μέσω της αναθεώρησης του 2019, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατέληξε να εκλέγεται ακόμα και από περιστασιακές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες; Αυτή ακριβώς η επιλογή δεν τον έχει ήδη θέσει στο επίκεντρο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων;

Στις εκπεφρασμένες προθέσεις του πρωθυπουργού είναι η αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, προκειμένου να μην καταλείπεται η αρμοδιότητα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση, αλλά να συμμετέχουν στην άσκησή της ενεργώς οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί. Κρίνετε σκόπιμη μια τέτοια αλλαγή; Από ποιο Σώμα θα μπορούσε να γίνεται η επιλογή;

Ο πρωθυπουργός προτείνει αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος προκειμένου να μην καταλείπεται η αρμοδιότητα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση, αλλά να συμμετέχουν στην άσκησή της ενεργώς οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί, προφανώς μέσω των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων. Και εδώ τίθεται τουλάχιστον το εξής διπλό ερώτημα: Το ότι ενώ στο παρελθόν –και οπωσδήποτε έως το 2009– η αρμοδιότητα της κυβέρνησης για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ασκήθηκε, κατά κανόνα, με τρόπο που δεν έθετε ζήτημα αναθεώρησης του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, ενώ εδώ και κάποια χρόνια το ζήτημα αυτό τίθεται πια μετ’ επιτάσεως, δεν συνιστά ομολογία πως η ευθύνη της μη επιλογής των αρίστων δεν οφείλεται στις κείμενες συνταγματικές προβλέψεις αλλά καθ’ ολοκληρίαν στην τακτική των εκάστοτε κυβερνήσεων;

Επίσης, ενώ έστω και χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος θεσπίσθηκε προσφάτως μία μορφή συμβουλευτικής συμμετοχής των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, γιατί η κυβέρνηση αγνόησε επιδεικτικώς, σε όλες τις τελευταίες σχετικές κρίσεις, τις προτάσεις των Ολομελειών αυτών; Μήπως, λοιπόν, εάν είχε ακολουθήσει άλλη τακτική, δεν θα είχαμε φθάσει στην προμνημονευόμενη πρόταση του πρωθυπουργού; Με άλλες λέξεις και εδώ ποιος ευθύνεται για την κατάσταση, η οποία οδηγεί στο να αναθεωρείται μία διάταξη του Συντάγματος όχι διότι δεν είναι ορθή, αλλά επειδή εφαρμόσθηκε στρεβλώς στην πράξη;

Το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών έχει δεχθεί έντονη κριτική για ζητήματα ατιμωρησίας και ειδικής μεταχείρισης. Θεωρείτε ότι στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να τροποποιηθεί ριζικά ή να καταργηθεί ολοκληρωτικά; Και, τελικά, μήπως το πρόβλημα έγκειται στην καταχρηστική χρήση του από την εκάστοτε πλειοψηφία;

Οφείλω εκ προοιμίου να κάνω την εξής ιστορική διευκρίνιση: Οταν θεσπίσθηκε, με μεγάλη μάλιστα πλειοψηφία, το άρθρο 86 του Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του 2001, επέφερε μία πολύ σημαντική πρόοδο σε σχέση με τα προϊσχύοντα για την ευθύνη υπουργών. Και μάλιστα τόσο ως προς την διάρκεια της αποσβεστικής προθεσμίας –η οποία διπλασιαζόταν– όσο και ως προς την σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο τότε απέκτησε αμιγώς δικαστική σύνθεση από μέλη του Αρείου Πάγου (κατά πλειοψηφία) και από μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ομως, και κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος και κατά βάση λόγω του τρόπου με τον οποίο ασκήθηκε η σχετική αρμοδιότητα της Βουλής, αποδείχθηκαν προδήλως ανεπαρκείς. Χρειάζεται, λοιπόν, ριζική αναθεώρησή τους κατ’ εξοχήν προς δύο κατευθύνσεις: Πρώτον, προς την κατεύθυνση της πλήρους αποσύνδεσης της Βουλής από την σχετική διαδικασία καταλογισμού ποινικών ευθυνών σε μέλη της Κυβέρνησης. Και, δεύτερον και συνακόλουθα, προς την κατεύθυνση της πρόσφορης μεταφοράς της όλης αρμοδιότητας στον αρμόδιο «φυσικό δικαστή», όπως αυτός θα θεσμοθετηθεί με βάση τις νέες, αναθεωρημένες πλέον, διατάξεις.

Εντοπίζετε κάποια αμφισημία ως προς την αποσβεστική προθεσμία λόγω μη επικαιροποίησης του εφαρμοστικού νόμου του άρθρου 86, με συνέπεια να δημιουργούνται νομικές και πολιτικές παρερμηνείες; Πρέπει η συνταγματική αναθεώρηση να λύσει οριστικά αυτό το θέμα;

Οπως είναι γνωστό, με την αναθεώρηση του 2019 καταργήθηκε η έως τότε ισχύουσα αποσβεστική προθεσμία ως προς την ευθύνη υπουργών και καθιερώθηκε η κοινή παραγραφή. Ευθύς εξαρχής είχα τονίσει –και με δήλωσή μου τότε στην «Εφ.Συν.»– ότι αυτή η κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας και η καθιέρωση της κοινής παραγραφής ισχύουν από την έναρξη της ισχύος της προμνημονευόμενης αναθεωρημένης διάταξης του άρθρου 86 παρ. 3 του Συντάγματος, χωρίς να επηρεάζονται από τον χρόνο ψήφισης του σχετικού εκτελεστικού νόμου.

Η μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων κατοχυρώνεται συνταγματικά. Πιστεύετε ότι πρέπει να επανεξεταστεί η συνταγματική πρόβλεψη σε συνδυασμό με ένα πιο αυστηρό και ουσιαστικό σύστημα αξιολόγησης; Ή κάτι τέτοιο αποτελεί συνταγματικό λαϊκισμό;

Θεωρώ υπερβολική και, άρα, άσκοπη την συζήτηση για την κατάργηση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων, όπως αυτή ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος. Πριν απ’ όλα διότι αυτές οι διατάξεις είναι επαρκείς ως προς το πότε, πώς και ιδίως υπό ποιες εγγυήσεις, δικαστικές και διοικητικές, μπορεί να απολυθεί ο δημόσιος υπάλληλος κατά κανόνα για ανεπάρκεια ή για πειθαρχικούς λόγους. Πέραν τούτου, η μονιμότητα αυτή δεν έχει καθολική ισχύ, διότι εδώ και καιρό –και κυρίως από την αναθεώρηση του 2001– ισχύει η ρύθμιση του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος για τους υπαλλήλους με σύμβαση αορίστου χρόνου.

Είναι δε αλήθεια ότι σήμερα ένα μεγάλο μέρος των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα έχουν προσληφθεί και υπηρετούν όχι ως μόνιμοι αλλά ως συμβασιούχοι αορίστου χρόνου, με τις απαραίτητες εγγυήσεις ως προς το υπηρεσιακό καθεστώς τους. Επομένως αρκεί η πιστή και πλήρης εφαρμογή των προμνημονευόμενων διατάξεων του Συντάγματος, ενδεχομένως με κατάλληλη προσαρμογή της εκτελεστικής τους νομοθεσίας. Το ίδιο υπερβολική και άσκοπη θεωρώ την συζήτηση για ρητή και λεπτομερή συνταγματική καθιέρωση της αξιολόγησης των δημόσιων υπαλλήλων, μόνιμων ή με σύμβαση αορίστου χρόνου. Ηδη ρυθμίζεται εν εκτάσει η αξιολόγηση με βάση τις ισχύουσες συνταγματικές ρυθμίσεις. Πρέπει απλώς οι ως άνω διατάξεις να εφαρμοσθούν καταλλήλως ή ακόμα και να εκσυγχρονισθούν αναλόγως. Αλλιώς φθάνουμε στο νομικώς άτοπο συμπέρασμα ότι πρέπει να αναθεωρούμε το Σύνταγμα όχι γιατί έχει κενά, αλλά διότι δεν εφαρμόζουμε ορθώς τις επιμέρους διατάξεις του. Ετσι όμως, και όπως ήδη τόνισα, καταλήγουμε σε μια προσχηματική, και διόλου ορθολογική, αναθεώρηση του Συντάγματος.

ΠΗΓΗ

spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Δημοφιλή