μιλώντας στο Kontra24 και τη Λουκία Γκάτσου, με αφορμή τις δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο
για το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου.
Ο κ. Μάζης υποστήριξε ότι η παρέμβαση του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών και συνιστά ουσιαστικά προτροπή προς την Αθήνα να διαπραγματευθεί με την Άγκυρα για ένα ζήτημα το οποίο η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι εμπίπτει στα κατοχυρωμένα κυριαρχικά της δικαιώματα.
«Το μήνυμα το παίρνουμε ξεκάθαρα. Βρείτε τα με την Τουρκία», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί μια συνεννόηση μεταξύ των δύο χωρών προκειμένου να αποφευχθούν εντάσεις στην περιοχή.
«Η κρυφή διπλωματία αφορά τη διαδικασία, όχι το αποτέλεσμα»
Κεντρικό σημείο της ανάλυσης του καθηγητή αποτέλεσε ο όρος «private diplomacy» που χρησιμοποίησε ο Μάρκο Ρούμπιο.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Μάζη, η φράση αυτή παραπέμπει ευθέως σε διακριτικές διπλωματικές διαβουλεύσεις μακριά από τη δημοσιότητα.
Ωστόσο ξεκαθάρισε ότι, ακόμη κι αν οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις διεξάγονται παρασκηνιακά, το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να παραμένει μυστικό.
«Η διαδικασία μπορεί να είναι διακριτική. Το αποτέλεσμα όμως αφορά την εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και οφείλει να ανακοινωθεί στον ελληνικό λαό», σημείωσε.
Κατά τον ίδιο, οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν εάν έχουν υπάρξει δεσμεύσεις ή συμφωνίες που επηρεάζουν τα εθνικά συμφέροντα.
«Η Ελλάδα εκπέμπει εικόνα υποχωρητικότητας»
Ο καθηγητής άσκησε ευρύτερη κριτική στη στρατηγική που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα εμφανίζεται συχνά πρόθυμη να προχωρήσει σε συμβιβασμούς χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχα ανταλλάγματα.
Όπως ανέφερε, η Τουρκία αξιοποιεί κάθε ένδειξη αδυναμίας ή αμφιταλάντευσης, επιδιώκοντας να διευρύνει συνεχώς τις διεκδικήσεις της.
«Τα λάθη γίνονται ακριβώς στο ότι η Ελλάδα δίνει δείγματα φοβικότητας και υποχωρητικότητας», υποστήριξε, εκφράζοντας ανησυχία για την πορεία των εξελίξεων στα εθνικά θέματα.
Αναφορά σε Καραμανλή και Σαμαρά
Ο Γιάννης Μάζης στάθηκε επίσης στις δημόσιες παρεμβάσεις των πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά.
Κατά την εκτίμησή του, το γεγονός ότι δύο πρώην πρωθυπουργοί εκφράζουν παρόμοιες ανησυχίες για την πορεία της εξωτερικής πολιτικής δεν μπορεί να αγνοηθεί.
«Όταν δύο πρώην πρωθυπουργοί έχουν την ίδια άποψη σε τόσο κρίσιμα ζητήματα, δεν μπορεί η κριτική τους να περνά κάτω από το χαλί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η γεωπολιτική διάσταση και το ενδιαφέρον των ΗΠΑ
Ο καθηγητής διατύπωσε, παράλληλα, την άποψη ότι η περιοδεία Ρούμπιο σε συγκεκριμένες χώρες συνδέεται με ευρύτερους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η γεωστρατηγική σημασία βάσεων όπως η Σούδα καθιστά την Ελλάδα κρίσιμο κρίκο στους αμερικανικούς σχεδιασμούς.
Υποστήριξε μάλιστα ότι το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για την περιοχή σχετίζεται πρωτίστως με τις στρατιωτικές και γεωπολιτικές εξελίξεις και λιγότερο με την προώθηση των ελληνικών θέσεων στα ελληνοτουρκικά ζητήματα.
«Η Κύπρος είναι ζήτημα επιβίωσης του Ελληνισμού»
Ξεχωριστή θέση στην παρέμβασή του κατέλαβε η Κύπρος, την οποία χαρακτήρισε παράγοντα καθοριστικής σημασίας για το μέλλον του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο κ. Μάζης προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ενίσχυση της τουρκικής επιρροής στο νησί θα είχε σοβαρές συνέπειες για την Ελλάδα, τόσο γεωπολιτικά όσο και ενεργειακά.
Κατά την εκτίμησή του, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί ένα περιφερειακό ζήτημα, αλλά κομβικό πυλώνα της ελληνικής στρατηγικής στην περιοχή.
Ένα μήνυμα που προκαλεί πολιτικές πιέσεις
Η παρέμβαση του Γιάννη Μάζη έρχεται να προστεθεί στις φωνές που θεωρούν ότι οι δηλώσεις Ρούμπιο αποτελούν σοβαρό πλήγμα για το κυβερνητικό αφήγημα γύρω από το έργο του καλωδίου και τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εκτίμησή του είναι σαφής: η Ουάσιγκτον δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να συγκρουστεί με την Άγκυρα για λογαριασμό της Αθήνας, αλλά αντίθετα ενθαρρύνει έναν συμβιβασμό μεταξύ των δύο πλευρών.
Μια εξέλιξη που, σύμφωνα με τους επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής, αποδεικνύει ότι η στρατηγική του «δεδομένου συμμάχου» όχι μόνο δεν απέδωσε τα αναμενόμενα οφέλη, αλλά φέρνει την Ελλάδα αντιμέτωπη με νέες πιέσεις σε ένα κρίσιμο εθνικό μέτωπο.






