Διακόσια πενήντα χρόνια (250) κλείνουν σε λίγες μέρες από τη γέννηση της Τζέιν Όστεν [Jane Austen, 16 Δεκεμβρίου 1775 – 18 Ιουλίου 1817], μια από τις πιο επιδραστικές συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η μεταφράστρια πολλών βιβλίων της στα ελληνικά, συγγραφέας Αργυρώ Μαντόγλου, προσεγγίζει την ιδιοφυία της σπουδαίας αγγλίδας και αναζητά το σημερινό της αποτύπωμα.
Γράφει η Αργυρώ Μαντόγλου
Οι ηρωίδες της Τζέιν και η αθόρυβη επανάσταση της ειρωνείας
Κάθε φορά που ξεκινώ την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος της Τζέιν Όστεν, ένα σχόλιο της Βιρτζίνια Γουλφ επανέρχεται σχεδόν αυτούσιο στο μυαλό μου και κατανοώ απόλυτα τι εννοούσε όταν έγραφε στο άρθρο της «Προσωπικότητες» ότι: «Η Τζέιν Όστεν, μεγάλη συγγραφέας, κατά γενική ομολογία, όμως εγώ θα προτιμούσα να μη βρεθώ στο ίδιο δωμάτιο μαζί της. Ένα συγκρατημένο υπονοούμενο, ένα χαμόγελο για κάτι αδιόρατο, μια ατμόσφαιρα απόλυτου ελέγχου και αβροφροσύνης, αναμειγμένη με κάτι το σαρκαστικό, κάτι που, αν δεν απευθυνόταν ενάντια στα πράγματα, θα απευθυνόταν ενάντια σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Θα φοβόμουν να τη συναντήσω στο σπίτι της».
Το «χαμόγελο για κάτι αδιόρατο» που περιγράφει η Βιρτζίνια Γουλφ αποτελεί ίσως την πιο εύστοχη μεταφορά για την προσέγγιση της ιδιοφυίας της Τζέιν Όστεν. Δεν πρόκειται για το χαμόγελο μιας ευχάριστης οικοδέσποινας, αλλά μιας αφηγήτριας που βλέπει και γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτει. Είναι το χαμόγελο μιας απροσδιόριστης ειρωνείας, μιας αόρατης παρουσίας αλλά και το χαμόγελο της απόστασης που τής επιτρέπει να φωτίζει τους χαρακτήρες της χωρίς να τους καταγγέλλει ή να τους πατρονάρει.
Η Όστεν δεν γράφει ποτέ από το ύψος του παντογνώστη αφηγητή ούτε περιορίζεται στην περιορισμένη υποκειμενική οπτική της κάθε ηρωίδας, αλλά παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα διπλό παιχνίδι: τού παρέχει μεν τη φωνή της, αλλά ταυτόχρονα τον αφήνει να βλέπει κάτι περισσότερο από εκείνη.
Η Όστεν δεν γράφει ποτέ από το ύψος του παντογνώστη αφηγητή ούτε περιορίζεται στην περιορισμένη υποκειμενική οπτική της κάθε ηρωίδας, αλλά παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα διπλό παιχνίδι: τού παρέχει μεν τη φωνή της, αλλά ταυτόχρονα τον αφήνει να βλέπει κάτι περισσότερο από εκείνη. Έτσι το χαμόγελό της λειτουργεί ως ένας αόρατος αφηγηματικός μηχανισμός: μια υπενθύμιση ότι κάτω από την επιφάνεια κρύβεται πάντα κάτι άλλο, όχι εύκολα προσεγγίσιμο. Η πρόζα της είναι λεπτή, αθόρυβη και επικίνδυνη σαν κρυμμένη λεπίδα. Φαινομενικά «ήσυχη», φέρει μέσα της τη δυναμική της ανατροπής. Ένα «φαίνεται» ή ένα «ίσως» αρκεί για να τινάξει στον αέρα μια βεβαιότητα. Και στο τέλος, πάντα, μένει το αινιγματικό χαμόγελο που τρόμαξε τη Γουλφ: το χαμόγελο εκείνης που σε διάβασε πριν τη διαβάσεις.
Διακριτική αποδόμηση
Η Όστεν ανέτρεψε τους αφηγηματικούς κανόνες της εποχής της. Εκεί όπου οι περισσότεροι συγγραφείς κινούνται είτε με απόλυτη εσωτερικότητα είτε με απόλυτη αποστασιοποίηση, εκείνη εισάγει μια τεχνική που θα ονομαστεί αργότερα «ελεύθερος πλάγιος λόγος»: η φωνή της ηρωίδας και η φωνή της αφηγήτριας συγχωνεύονται, γλιστρούν η μία μέσα στην άλλη, αφήνοντας τον αναγνώστη ελεύθερο στο πεδίο της αμφισημίας. Σ’ έναν κόσμο όπου οι γυναίκες έχουν περιορισμένες επιλογές, οι ηρωίδες της χρησιμοποιούν το βλέμμα, τον υπαινιγμό, την κίνηση και τη φαντασία για να υπονομεύσουν τις βεβαιότητες, την έπαρση, την ηθική κατρακύλα. Η αφήγηση της Όστεν είναι η τέχνη της διακριτικής αποδόμησης. Γυναίκες διαφορετικές μεταξύ τους, αντιφατικές, αλλά με ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι φορείς μιας περιορισμένης οπτικής μέσα από την οποία ο αναγνώστης καλείται να εντοπίσει την αλήθεια.
Στο τέλος όλων των μυθιστορημάτων της, αυτό που μένει δεν είναι το ειδύλλιο, το συνοικέσιο, η ίντριγκα ούτε η ηθική κατάπτωση, αλλά το βλέμμα μιας γυναίκας που έζησε σιωπηλά, έγραψε αθόρυβα και κατόρθωσε να φωτίσει τα κρυφά κίνητρα, τα τραύματα, τις ασυνείδητες ορμές, αιώνες πριν από τη συνδρομή της ψυχανάλυσης για τον εντοπισμό τους.
Οι σκηνές περιορίζονται σε κλειστούς, οικιακούς χώρους και από εκεί εκκινεί για να σχολιάσει την κοινωνία ολόκληρη. Η μικρή αίθουσα χορού γίνεται καθρέφτης της κοινωνίας· ο περίπατος γίνεται η αφορμή για να σχολιαστούν όλα τα κακώς κείμενα της κομητείας και μια επίσκεψη στο Μπαθ αρκεί για να αποδομηθούν οι ταξικές αντιθέσεις και οι γκροτέσκες συνήθειες των νεόπλουτων. Στο τέλος όλων των μυθιστορημάτων της, αυτό που μένει δεν είναι το ειδύλλιο, το συνοικέσιο, η ίντριγκα ούτε η ηθική κατάπτωση, αλλά το βλέμμα μιας γυναίκας που έζησε σιωπηλά, έγραψε αθόρυβα και κατόρθωσε να φωτίσει τα κρυφά κίνητρα, τα τραύματα, τις ασυνείδητες ορμές, αιώνες πριν από τη συνδρομή της ψυχανάλυσης για τον εντοπισμό τους. Η Όστεν, γράφοντας για σαλόνια και συνοικέσια, αποδομεί με λεπτότητα το θέατρο των κοινωνικών ρόλων. Δεν μας κουνά το δάχτυλο· μας καλεί να δούμε, να καταλάβουμε, να χαμογελάσουμε πικρά.
Η ειρωνεία είναι οργανικό στοιχείο στην πρόζα της. Όχι επιθετική, αλλά υπόγεια, λεπτή, συχνά αμφίσημη, δημιουργεί το περίφημο «διπλό βλέμμα»: η ηρωίδα βλέπει ένα πράγμα, ο αναγνώστης κάτι άλλο. Ανάμεσά τους, το χαμόγελο της συγγραφέως, γλυκό και αδυσώπητο. Δεν χρειάζεται σχoλιασμός, το σχόλιο είναι ήδη εκεί, κρυμμένο στη γλώσσα. Έτσι, όταν η Έμμα παραπλανάται, παραπλανά και εμάς· όταν η Ελίζαμπεθ κρίνει επιπόλαια, συμμετέχουμε στη βιαστική της κρίση· όταν η Αν αναλογίζεται σιωπηλά, η γλώσσα επιβραδύνεται και ο δικός της εσωτερικός ρυθμός γίνεται και ρυθμός πρόζας της.
Η Ελίζαμπεθ Μπένετ, στο Περηφάνια και Προκατάληψη, είναι έξυπνη, ειρωνική, σπιρτόζα· εμπιστεύεται την κρίση της, αλλά… κάνει λάθη. Η αφήγηση ταυτίζεται με τη ματιά της και η αποκάλυψη της αλήθειας είναι και η αποκάλυψη της πλάνης της. Ο αναγνώστης δεν πληροφορείται απλώς το σφάλμα της· το βιώνει μαζί της και η ειρωνεία της αφηγήτριας λειτουργεί, εκ των υστέρων, σαν ένα φως που ανάβει όταν έχουμε ήδη περιπλανηθεί στο σκοτάδι.
Η Έμμα Γούντχαουζ, στο Έμμα, είναι η απόλυτα παραπλανημένη αφηγήτρια: πλούσια, όμορφη, αυτάρεσκη, πλάθει ιστορίες και ειδύλλια για τους άλλους, μεταφράζοντας κάθε χειρονομία σε ερωτικό υπαινιγμό. Η Όστεν δεν την καταδικάζει· την αφήνει να μιλήσει, να παραπλανηθεί και να εκτεθεί. Η ειρωνεία της είναι χαμηλόφωνη και αιχμηρή – δεν καταργεί την αυταπάτη, απλώς την αφήνει να την παρασύρει. Ο αναγνώστης, μέσα από τη φωνή της ηρωίδας, βλέπει τον μηχανισμό της αυταπάτης εν δράσει.
Η Φάνυ Πράις, στο Μάνσφιλντ Παρκ, σιωπηλή και παρατηρητική, είναι το κάτοπτρο μέσα στο οποίο αντανακλάται η υποκρισία των άλλων. Είναι μια «αντιηρωίδα», επιφανειακά παθητική αλλά ανυποχώρητη στον πυρήνα της. Η φωνή της είναι χαμηλή και συγκρατημένη, όμως μέσα από αυτήν αποκαλύπτεται η ανηθικότητα της δουλείας και η υποκρισία ενός κόσμου ταξικών διακρίσεων και προνομίων.
Στην Πειθώ, η Αν Έλιοτ ζει σχεδόν αποκλειστικά μέσα στη σκέψη της· η αφήγηση γίνεται πιο εσωτερική, ο ρυθμός επιβραδύνεται, η σιωπή αποκτά βαρύτητα. Είναι η πιο ώριμη ηρωίδα της, κουβαλά μια ήττα και μια ακύρωση, η ειρωνεία εδώ μετατρέπεται σε μια ήσυχη, πικρή μελαγχολία.
Και τέλος, η Κάθριν Μόρλαντ, η πιο αθώα απ’ όλες, η ηρωίδα του Αβαείου του Νορθάνγκερ, παρατηρεί τον κόσμο μέσα από τις σελίδες των γοτθικών μυθιστορημάτων που λατρεύει, προβάλλοντας σε κάθε αίνιγμα της πραγματικότητας τις δικές της φαντασιώσεις. Η ειρωνεία της Όστεν δεν στρέφεται εναντίον της, αλλά εναντίον της τάσης όλων μας να διαβάζουμε τον κόσμο μέσα από το πρίσμα των δικών μας ιστοριών.
Το Αβαείο του Νορθάνγκερ είναι το έργο όπου η ειρωνεία της Όστεν στρέφεται και προς το ίδιο το μυθιστόρημα ως είδος. Εδώ, ο σαρκασμός της αποκτά παιγνιώδη χροιά. Δεν υποτιμά την Κάθριν, αλλά μας καλεί να αναγνωρίσουμε πώς όλοι, λίγο πολύ, διαβάζουμε την πραγματικότητα μέσα από τα δικά μας σενάρια, ενώ ταυτόχρονα, υπερασπίζεται το ίδιο το μυθιστόρημα, απορρίπτοντας την ιδέα ότι είναι «ελαφρύ» είδος, κατώτερο της Ιστορίας ή της φιλοσοφίας. Και, παρά τη σάτιρα που ασκεί στις ψευδαισθήσεις της ηρωίδας της, η Όστεν δεν στρέφεται κατά των μυθιστορημάτων. Αντιθέτως, υπερασπίζεται το είδος, με τρόπο κομψό και ευρηματικό. Η ίδια γνωρίζει καλά πόσο βαθιά έμφυλη είναι η προκατάληψη απέναντι στο μυθιστόρημα. Ακόμα και η Κάθριν, λάτρης του είδους, αναρωτιέται αν το διάβασμα μυθιστορημάτων είναι «γυναικεία και επιπόλαιη» ενασχόληση. «Αλλά εσείς δεν διαβάζετε μυθιστορήματα, υποθέτω» ρωτά τον Χένρι Τίλνεϊ. «Γιατί όχι;» της απαντά. «Επειδή δεν είναι αρκετά πνευματώδη για εσάς – οι άντρες διαβάζουν καλύτερα βιβλία». Προς μεγάλη της έκπληξη, ο Χένρι της απαντά, εκφράζοντας στην ουσία την ίδια την Όστεν: «Το άτομο, άντρας ή γυναίκα, που δεν απολαμβάνει ένα καλό μυθιστόρημα πρέπει να είναι εντελώς ηλίθιο», είναι ταυτόχρονα διακήρυξη αλλά και σχόλιο. Η φωνή του ήρωα είναι η φωνή της ίδιας της συγγραφέως. Η Όστεν παρωδεί αλλά και υπερασπίζεται το μυθιστόρημα απέναντι στις προκαταλήψεις της εποχής, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τη δύναμη της ανάγνωσης να μεταμορφώνει (ή να παραμορφώνει) την εμπειρία. Η Αν διαβάζει τον κόσμο μέσα από τις γοτθικές φαντασιώσεις της και, η Όστεν, με το ίδιο συγκρατημένο χαμόγελο, δεν την απορρίπτει, την καταλαβαίνει.
Όψεις της ανθρώπινης πλάνης
Κάθε ηρωίδα της φωτίζει διαφορετική όψη της ανθρώπινης πλάνης: η Έμμα παραμορφώνει τον κόσμο από υπεροψία, η Ελίζαμπεθ από αυτοπεποίθηση, η Αν από τις αναστολές της, ενώ η Όστεν ρυθμίζει τη ροή της αφήγησης σύμφωνα με αυτές τις ιδιότητες. Στο Λογική και Ευαισθησία η Έλινορ και η Μαριάν Ντάσγουντ προσωποποιούν δύο αντικρουόμενους τρόπους αφήγησης –λογική και ευαισθησία– που ενυπάρχουν και συγκρούονται μέσα στο ίδιο κείμενο. Στην Πειθώ, η φωνή της Αν ακούγεται σχεδόν σαν μονόλογος χωρίς εξωτερική δράση· η πρόζα της Όστεν εδώ επιβραδύνεται καθώς ο απολογισμός αναμετράται με το παρελθόν. Και στο Αβαείο του Νορθάνγκερ, η παρωδία των γοτθικών μυθιστορημάτων της Αν Ράντκλιφ γίνεται η υπεράσπιση του ίδιου του είδους: το μυθιστόρημα ως πεδίο απόλαυσης, αλλά και πλάνης.
Η Τζέιν τον 21ο αιώνα
Το «χαμόγελο για κάτι αδιόρατο» της Γουλφ δεν είναι τίποτε άλλο από την παρουσία της ίδιας της Όστεν – πάντα ένα βήμα μπροστά, ήρεμη, ειρωνική, απρόσιτη. Στον κόσμο των ηρωίδων της, όπως και στον δικό μας, η ειρωνεία είναι συχνά ο μόνος τρόπος για να περιγραφούν τα θολά και ακατανόμαστα πεδία της ζωής μας. Και ίσως γι’ αυτό τα βιβλία της διαβάζονται ακόμα και σήμερα, όχι ως απομεινάρια μιας περασμένης εποχής ή μαρτυρίες αλλά ως καθρέφτες, μέσα από επιφανειακά ανώδυνες φράσεις, η ανθρώπινη ματαιότητα αποκαλύπτεται με τρόπο αφοπλιστικό. Στην εποχή των εικόνων, των φίλτρων και των εικονικών ταυτοτήτων που επινοούμε καθημερινά, οι ηρωίδες της καθρεφτίζουν τον τρόπο που επιθυμούμε να φαινόμαστε αλλά και τον τρόπο που είμαστε πραγματικά. Η Έμμα με τις αυταπάτες της δεν είναι μακριά από τις ψηφιακές περσόνες της εποχής μας. Η Ελίζαμπεθ με την πεποίθηση ότι γνωρίζει καλύτερα δεν διαφέρει πολύ από την τάση να θεωρούμε αλάνθαστες τις πρώτες εντυπώσεις.
Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που τα βιβλία της παραμένουν επίκαιρα και οι εορτασμοί για τα διακόσια πενήντα χρόνια από τη γέννησή της κρατούν για όλο το 2025, με πλήθος εκδηλώσεις, ανατυπώσεις, νέες κινηματογραφικές μεταφορές, καθώς και πλήθος νέων έργων που εμπνέονται από τις δικές της ιστορίες. Η Τζέιν Όστεν παραμένει ζωντανή και επιδραστική. Σε μια εποχή που οι άνθρωποι κατασκευάζουν αφηγήσεις για τον εαυτό τους –στις οθόνες, στις εικόνες, στα κοινωνικά δίκτυα– η Όστεν μάς υπενθυμίζει πόσο εύκολα μπορεί να πλανηθούμε από δικά μας σενάρια. Η Έμμα που δεν βλέπει τίποτα πέρα από τις φαντασιώσεις της και πλάθει ειδύλλια χωρίς βάση, η Ελίζαμπεθ που πιστεύει ότι γνωρίζει τα πάντα, η Αν που διστάζει να εκφραστεί και η Κάθριν που παρασύρεται από τη φαντασία της και βλέπει σκελετούς σε κάθε ντουλάπα, είναι όψεις της δικής μας κατάστασης, τον 21ο αιώνα. Οι ηρωίδες της Όστεν είναι πρόσωπα που περνούν, σχεδόν ανέγγιχτα από τον χρόνο, μέσα από τον δικό μας καθρέφτη.
Η Τζέιν Όστεν έγραψε σιωπηλά, χωρίς μανιφέστα, χωρίς κραυγές, κι όμως, η γραφή της άλλαξε τον τρόπο που διαβάζουμε, τον τρόπο που γράφουμε. Η ειρωνεία της δεν είναι χλεύη αλλά τρόπος γνώσης. Δεν γελάει ποτέ πρώτη, περιμένει να γελάσουμε εμείς και τότε μας κοιτά με εκείνο το ανεπαίσθητο μειδίαμα που σε κάνει να νιώθεις ότι σε έχει διαβάσει καλύτερα απ’ όσο διάβασες εσύ το βιβλίο της.
Στο τέλος μένει πάντα εκείνο το χαμόγελο, αδιόρατο αλλά επικίνδυνο. Ένα χαμόγελο που δεν ανήκει σε ηρωίδα αλλά στη συγγραφέα, η οποία βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από εμάς. Δεν υψώνει τη φωνή της ούτε παρεμβαίνει δραστικά. Αντιθέτως, στέκεται σιωπηλή στο δωμάτιο, κοιτάζει, καταγράφει με μια αδιόρατη ειρωνεία και αυτό ακριβώς την καθιστά επικίνδυνη. Η παρουσία της είναι ανεπαίσθητη αλλά απολύτως αισθητή ενώ εκείνο το υπαινικτικό βλέμμα της είναι το μυστικό της γραφής της. Η Τζέιν Όστεν έγραψε σιωπηλά, χωρίς μανιφέστα, χωρίς κραυγές, κι όμως, η γραφή της άλλαξε τον τρόπο που διαβάζουμε, τον τρόπο που γράφουμε. Η ειρωνεία της δεν είναι χλεύη αλλά τρόπος γνώσης. Δεν γελάει ποτέ πρώτη, περιμένει να γελάσουμε εμείς και τότε μας κοιτά με εκείνο το ανεπαίσθητο μειδίαμα που σε κάνει να νιώθεις ότι σε έχει διαβάσει καλύτερα απ’ όσο διάβασες εσύ το βιβλίο της.
Κι αυτή είναι η αθόρυβη επανάστασή της: μια πρόζα που πατά ελαφρά, αλλά αφήνει βαθύ αποτύπωμα. Ένα απλό «φαίνεται» αρκεί για να ραγίσει μια βεβαιότητα, ενώ το αδιόρατο μειδίαμα μιας γυναίκας που γεννήθηκε στο Χαμσίρ και πέθανε μόλις 42 χρόνων, συνεχίζει, δύο αιώνες και πλέον από τον θάνατό της, να φωτίζει τα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης φύσης.
*Η ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΝΤΟΓΛΟΥ είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Τελευταίο βιβλίο της «Ένας δικός της δρόμος – Τρεις ιστορίες σε άλλο χρόνο» (εκδ. Καστανιώτη).












