Τα αυτοάνοσα νοσήματα εμφανίζονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα, αντί να προστατεύει αποκλειστικά τον οργανισμό από εξωτερικούς εισβολείς, στρέφεται λανθασμένα εναντίον δικών του κυττάρων και ιστών.
Αυτό που εδώ και δεκαετίες προβληματίζει τους επιστήμονες είναι η εντυπωσιακή διαφορά μεταξύ γυναικών και ανδρών. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το αμερικανικό NIH, περίπου το 80% των ανθρώπων που διαγιγνώσκονται με αυτοάνοσο νόσημα είναι γυναίκες.
Η ανισορροπία είναι ακόμη μεγαλύτερη σε ορισμένες παθήσεις. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος εμφανίζεται περίπου εννέα φορές συχνότερα στις γυναίκες, το σύνδρομο Sjögren περίπου έξι φορές και η θυρεοειδίτιδα σχεδόν έξι φορές συχνότερα. Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα η αναλογία είναι περίπου δύο γυναίκες για κάθε έναν άνδρα
Το ισχυρότερο ανοσοποιητικό έχει και ένα τίμημα
Μία βασική υπόθεση είναι ότι το γυναικείο ανοσοποιητικό σύστημα παρουσιάζει, κατά μέσο όρο, ισχυρότερες ανοσολογικές αποκρίσεις. Αυτό μπορεί να αποτελεί πλεονέκτημα απέναντι σε ορισμένες λοιμώξεις, αλλά ταυτόχρονα να αυξάνει την πιθανότητα να χαθεί η λεγόμενη ανοσολογική ανοχή, δηλαδή η ικανότητα του ανοσοποιητικού να αναγνωρίζει ποια κύτταρα ανήκουν στον ίδιο τον οργανισμό.
Όταν η ισορροπία αυτή διαταράσσεται, μπορεί να ενεργοποιηθούν αυτοαντισώματα και κύτταρα του ανοσοποιητικού που επιτίθενται στους ίδιους τους ιστούς.
Ο ρόλος των οιστρογόνων
Για πολλά χρόνια, το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν κυρίως στις ορμόνες του φύλου και ιδιαίτερα στα οιστρογόνα.
Οι ορμόνες αλληλεπιδρούν με κύτταρα του ανοσοποιητικού και μπορούν να επηρεάσουν τη δραστηριότητα των Β και Τ λεμφοκυττάρων, αλλά και την παραγωγή αντισωμάτων. Σε ορισμένες συνθήκες τα οιστρογόνα φαίνεται ότι μπορούν να ενισχύσουν ανοσολογικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με την αυτοανοσία.
Ωστόσο, οι ορμόνες δεν αρκούν για να εξηγήσουν ολόκληρο το φαινόμενο. Διαφορές μεταξύ αγοριών και κοριτσιών έχουν καταγραφεί ακόμη και πριν από την εφηβεία, ενώ αυτοάνοσα νοσήματα συνεχίζουν να εμφανίζονται και μετά την εμμηνόπαυση. Αυτό οδήγησε την έρευνα βαθύτερα στη γενετική.
Το «μυστικό» μπορεί να βρίσκεται στο Χ χρωμόσωμα
Οι γυναίκες διαθέτουν δύο Χ χρωμοσώματα, ενώ οι άνδρες ένα Χ και ένα Υ. Για να μην παράγεται διπλάσια ποσότητα των πρωτεϊνών που κωδικοποιούνται στο Χ, στα γυναικεία κύτταρα το ένα Χ απενεργοποιείται σε μεγάλο βαθμό.
Η διαδικασία, όμως, δεν είναι απόλυτη. Ορισμένα γονίδια μπορούν να «ξεφύγουν» από την αδρανοποίηση, ενώ στο Χ χρωμόσωμα βρίσκονται πολλά γονίδια που σχετίζονται με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού. Έτσι, σε ορισμένες γυναίκες μπορεί να υπάρχει εντονότερη έκφραση ανοσολογικών γονιδίων και μεγαλύτερη ευαισθησία στην αυτοανοσία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια το μόριο Xist, ένα RNA που είναι απαραίτητο για την αδρανοποίηση του δεύτερου Χ χρωμοσώματος. Μελέτη που χρηματοδοτήθηκε από το NIH έδειξε ότι ορισμένες πρωτεΐνες που συνδέονται με το Xist μπορούν να αναγνωρίζονται από αυτοαντισώματα, προσφέροντας έναν ακόμη πιθανό μηχανισμό που συνδέει τα δύο Χ χρωμοσώματα με την αυτοανοσία.
Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία
Η σημερινή επιστημονική εικόνα δείχνει ότι δεν υπάρχει ένας μόνο παράγοντας. Γενετική προδιάθεση, ορμόνες, επιγενετικές μεταβολές και περιβαλλοντικές επιδράσεις φαίνεται να αλληλεπιδρούν.
Λοιμώξεις, κάπνισμα, υπεριώδης ακτινοβολία, ορισμένοι περιβαλλοντικοί ρύποι, το μικροβίωμα και άλλοι παράγοντες ενδέχεται επίσης να επηρεάζουν διαφορετικά το ανοσοποιητικό σύστημα γυναικών και ανδρών.
Η καλύτερη κατανόηση αυτών των διαφορών δεν έχει μόνο θεωρητική σημασία. Θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες θεραπείες, οι οποίες θα στοχεύουν συγκεκριμένους μηχανισμούς της αυτοανοσίας χωρίς να καταστέλλουν συνολικά το ανοσοποιητικό σύστημα.
The post Γιατί οι γυναίκες υποφέρουν συχνότερα από αυτοάνοσα νοσήματα first appeared on Υγεία & Ομορφιά.





