Υποχώρησε ο δείκτης του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα τον Απρίλιο σε σχέση με τον Μάρτιο, καθώς ανήλθε στις 105,7 μονάδες από 106,8 μονάδες που ήταν τον Μάρτιο, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ.
Ακόμη, καταγράφηκε εξασθένηση στον δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία τον Απρίλιο, καθώς διαμορφώθηκε στις 109,2 μονάδες, έναντι 110,3 μονάδων τον προηγούμενο μήνα. Ο αριθμός αυτός ήταν χαμηλότερος από τα περσινά επίπεδα (113,1 μονάδες).
Οι επιμέρους τομείς
Στους επιμέρους τομείς της βιομηχανίας, ενισχύθηκε περαιτέρω ο δείκτης στη μεταποίηση κατά 5,6%, σημαντική αύξηση υπήρξε στην Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (+24,6%), ενώ πτωτικά κινήθηκε ο δείκτης σε Ορυχεία-Λατομεία (-5,4%).
Σε κλάδους υψηλής σημασίας για την ελληνική οικονομία, περαιτέρω άνοδο κατέγραψε ο κλάδος Τροφίμων (+8,9%) και ο κλάδος Φαρμακευτικών προϊόντων (30,5%), ενώ μείωση σημειώθηκε στον κλάδο Βασικών Μετάλλων (-6,3%).
Παράλληλα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε στις -54,7 μονάδες τον Απρίλιο έναντι -52,5 μονάδων. Τον προηγούμενο μήνα ήταν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με 1 έτος πριν (-46,8 μονάδες).
Οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν ήδη εμφανιστεί στην ελληνική οικονομία, ωστόσο η μικρότερη ένταση στο σύνολο της Ευρωζώνης διατηρεί προς το παρόν σταθερή τη νομισματική πολιτική.
Το ενεργειακό κόστος
Η βιομηχανία στην Ελλάδα έχει σταθερά το υψηλότερο μερίδιο κόστους ενέργειας ως προς το συνολικό κόστος παραγωγής, έναντι του μέσου όρου της ΕΕ την περίοδο 2010-2023. Ενδεικτικά, την περίοδο 2021-2023, το μερίδιο ανήλθε στο 3,8% του κόστους παραγωγής, έναντι 2,3% κατά μέσο όρο της ΕΕ.
Ταυτόχρονα, το μείγμα κατανάλωσης ενέργειας της εγχώριας βιομηχανίας, εκτός από την ηλεκτρική ενέργεια (39,9%), στηρίζεται σε προϊόντα πετρελαίου και φυσικού αερίου για το 2024, με ποσοστό 26,3% και 26,1% αντίστοιχα, με πτωτική τάση για το πετρέλαιο και ανοδική για το φυσικό αέριο.
Ακόμη, διατηρούνται σε υψηλότερα επίπεδα οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρώπη και μετά την ενεργειακή κρίση του 2022. Το 2025 η εγχώρια τιμή ανήλθε στα 115 ευρώ /MWh, κατά 39,5% υψηλότερα από την Ευρώπη (83 ευρώ /MWh).
Σε χαμηλότερα επίπεδα βρίσκονται τα μη μεταλλικά ορυκτά, με 8,1%, με την παραγωγή τσιμέντου να παρουσιάζει υψηλό μερίδιο κόστους ενέργειας μεταξύ των υποκατηγοριών.
Ακολούθησαν οι Κλωστοϋφαντουργικές ύλες και τα Πλαστικά προϊόντα, με το ενεργειακό κόστος να αποτελεί περίπου το 4,5% του κόστους παραγωγής.
Αντίθετα, στους κλάδους βιομηχανίας με το χαμηλότερο μερίδιο κόστους ενέργειας βρίσκονται οι ΗΥ και ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός, τα Μηχανήματα και είδη εξοπλισμού και τα είδη ένδυσης με περίπου το 1,0% του κόστους παραγωγής να αφορά την ενέργεια.
Ενώ ο Ηλεκτρολογικός εξοπλισμός και τα Φαρμακευτικά προϊόντα κινήθηκαν με 1,2% και 1,4% αντίστοιχα.






