Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου, 2026
spot_img

Top 5 ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Ο οικοφεμινισμός στη λογοτεχνική αφήγηση

spot_img

Πώς εδραιώθηκε το κίνημα του «οικοφεμινισμού» και πώς εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια, πώς η σχέση του φύλου και της φύσης με την εξουσία παρουσιάζεται στη λογοτεχνία. Βιβλία που πρωτοπόρησαν και έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Εικόνα: Από την τηλεοπτική σειρά «Η ιστορία της θεραπαινίδας» (2017-2025) του Μπρους Μίλερ.

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου 

Η Γαλλίδα φεμινίστρια Φρανσουάζ ντ’ Ομπόν εισήγαγε τον όρο «οικοφεμινισμός» το 1972 και ανέπτυξε τις θεωρητικές του βάσεις στο βιβλίο της Le féminisme ou la mort (Φεμινισμός ή θάνατος), που εκδόθηκε το 1974. Η βασική της θέση ήταν ότι η καταπίεση των γυναικών και η εκμετάλλευση της φύσης αποτελούν αλληλένδετες συνέπειες της πατριαρχικής εξουσίας. Υποστήριζε ότι η ανθρωπότητα αντιμετώπιζε μια οικολογική καταστροφή εξαιτίας της πληθυσμιακής αύξησης, της ρύπανσης, της εξάντλησης των φυσικών πόρων, της βιομηχανικής ανάπτυξης και της υπερκατανάλωσης. Ούτε ο καπιταλισμός ούτε ο σοσιαλισμός μπορούσαν, κατά την άποψή της, να εξηγήσουν από μόνοι τους αυτές τις εξελίξεις καθώς τα βαθύτερα αίτιά τους αφορμώνται από ένα πατριαρχικό σύστημα που βασίζεται στον ανταγωνισμό, την επιθετικότητα, την ιεραρχία και τον έλεγχ

Η ντ’ Ομπόν συνέδεσε την καθυπόταξη των γυναικών με την ιδιοποίηση της γης. Η πατριαρχική εξουσία έδωσε στους άνδρες τον έλεγχο τόσο της γυναικείας αναπαραγωγής όσο και των φυσικών πόρων. Επειδή το γυναικείο σώμα μετατράπηκε σε αντικείμενο κοινωνικού, θρησκευτικού και ιατρικού ελέγχου, θεωρούσε ότι η δημογραφική αύξηση και η περιβαλλοντική καταστροφή είναι αλληλένδετα προβλήματα. Ο οικοφεμινισμός, σύμφωνα με τη θεωρία της, απαιτούσε έναν ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και όχι απλώς μεγαλύτερη περιβαλλοντική προστασία ή ισότητα μέσα στο υπάρχον σύστημα. Το όραμά της δεν ήταν να αντικαταστήσουν οι γυναίκες τους άνδρες στην εξουσία, αλλά να καταργηθεί η ίδια η ιεραρχική εξουσία και να δημιουργηθεί μια ισότιμη κοινωνία ικανή να αποκαταστήσει την ισορροπία στον πλανήτη.

Η εξέλιξη του οικοφεμινισμού 

Μετέπειτα, η οικοφεμινιστική θεωρία αναπτύχθηκε προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ynestra King παρουσίασε τον οικοφεμινισμό ως μια μετασχηματιστική πολιτική που συνδύαζε φεμινισμό και οικολογία. Αξιοποιώντας στοιχεία τόσο του ριζοσπαστικού πολιτισμικού όσο και του σοσιαλιστικού φεμινισμού, αμφισβήτησε τον διαχωρισμό φύσης και πολιτισμού και υποστήριξε ότι η οικολογική και η γυναικεία απελευθέρωση συνδέονται άρρηκτα. Ωστόσο, μεταγενέστερες θεωρητικοί επισήμαναν τον κίνδυνο να συνδεθούν υπερβολικά οι γυναίκες με τη φύση. Ένας τέτοιος ουσιοκρατικός συσχετισμός θα μπορούσε να αναπαράγει πατριαρχικές αντιλήψεις που ορίζουν τις γυναίκες κυρίως μέσω της αναπαραγωγής, της μητρότητας και της φροντίδας.

Η φιλόσοφος Val Plumwood ανέπτυξε περαιτέρω τον οικοφεμινισμό, δίνοντας έμφαση στη διασύνδεση διαφορετικών συστημάτων κυριαρχίας. Η καταπίεση των γυναικών, των περιθωριοποιημένων και αποικιοποιημένων λαών, των ζώων και της φύσης μπορεί να θεωρηθεί μέρος μιας ευρύτερης ιεραρχικής δομής. Ο οικοφεμινισμός προσφέρει έτσι μια σχεσιακή και συνεργατική προσέγγιση που συνδέει διαφορετικούς κοινωνικούς και οικολογικούς αγώνες.

Η βασική διαπίστωση της ντ’ Ομπόν παραμένει αδιαπραγμάτευτη.  Η κυριαρχία πάνω στις γυναίκες και η κυριαρχία πάνω στη φύση δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες μορφές καταπίεσης.

Ο διάλογος με τη βαθιά οικολογία διεύρυνε επίσης τη συζήτηση. Ενώ η βαθιά οικολογία δίνει έμφαση στη διασύνδεση όλων των έμβιων όντων, ο οικοφεμινισμός επικεντρώνεται περισσότερο στις σχέσεις φροντίδας, ευθύνης και κυριαρχίας. Ο σύγχρονος οικοφεμινισμός έχει, τέλος, αμφισβητήσει τους βιολογικούς ορισμούς του φύλου, συμπεριλαμβάνοντας τα τρανς άτομα και απορρίπτοντας την ιδέα ότι η ίδια η φύση είναι εγγενώς «θηλυκή». Παρατηρούμε λοιπόν την εξέλιξη του οικοφεμινισμού από τη ριζοσπαστική κριτική της ντ’ Ομπόν στην πατριαρχία, σε μια ευρύτερη θεωρία της αλληλένδετης αυτής κυριαρχίας. Η διαχρονική συμβολή του βρίσκεται στην ιδέα ότι η περιβαλλοντική καταστροφή δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις κοινωνικές δομές που καθορίζουν ποια σώματα, ποια εργασία και ποια περιβάλλοντα μπορούν να γίνουν αντικείμενο εξουσίας και εκμετάλλευσης, να αντιμετωπιστούν εν ολίγοις, ως πόροι.

Στην εισαγωγή τους στη νέα γαλλική έκδοση του Φεμινισμός ή θάνατος, η Myriam Bahaffou και η Julie Gorecki επιχειρούν μεν να διασώσουν τη ριζοσπαστική σκέψη της ντ’ Ομπόν ενώ καταθέτουν τις αντιρρήσεις τους, επισημαίνοντας τους περιορισμούς που εντόπισαν. Η βασική διαπίστωση της ντ’ Ομπόν παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Η κυριαρχία πάνω στις γυναίκες και η κυριαρχία πάνω στη φύση δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες μορφές καταπίεσης. Ανήκουν στην ίδια λογική εξουσίας. Ο πατριαρχικός καπιταλισμός αντιμετωπίζει το γυναικείο σώμα, την αναπαραγωγή και την εργασία φροντίδας ως διαθέσιμους πόρους, όπως ακριβώς αντιμετωπίζει τη γη, τα ζώα και τους φυσικούς πόρους ως αντικείμενα προς εκμετάλλευση.

Νέοι προβληματισμοί 

Αυτή, εξάλλου, η σύνδεση έκανε το Φεμινισμός ή θάνατος  τόσο διορατικό. Όμως η Bahaffou και η Gorecki στην εισαγωγή τους κρατούν ό,τι παραμένει πολιτικά γόνιμο και ταυτόχρονα εξετάζουν όσα δεν κατάφερε να συμπεριλάβει. Το σημαντικότερο πρόβλημα που αναδεικνύουν είναι η τάση να αντιμετωπίζεται η «γυναίκα» ως ενιαία και ομοιογενής κατηγορία. Ποια γυναίκα βρίσκεται όμως στο κέντρο του οικοφεμινιστικού επιχειρήματος; Η λευκή Ευρωπαία γυναίκα έχει την ίδια σχέση με την οικολογική καταστροφή με μια μαύρη γυναίκα, μια αυτόχθονη γυναίκα ή μια γυναίκα του Παγκόσμιου Νότου; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική.

Εδώ η κριτική τους συναντά τη σκέψη του διαθεματικού φεμινισμού. Το φύλο δεν μπορεί να απομονωθεί από την τάξη, τη φυλή, την αποικιοκρατία και τη γεωγραφία. Η οικολογική κρίση δεν επηρεάζει όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο. Οι κοινότητες που έχουν ήδη υποστεί οικονομική, φυλετική ή αποικιακή καταπίεση είναι συχνά εκείνες που εκτίθενται περισσότερο στη ρύπανση, στην περιβαλλοντική καταστροφή και στην επισφάλεια.

Η δεύτερη κρίσιμη προβληματική αφορά τον ευρωκεντρισμό. Η Bahaffou και η Gorecki αναγνωρίζουν ότι η ντ’ Ομπόν υπήρξε πρωτοπόρα για την εποχή της, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνουν ότι η οπτική της παραμένει σε σημαντικό βαθμό εγκλωβισμένη στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η αποικιοκρατία και οι μορφές αντίστασης των γυναικών του Παγκόσμιου Νότου δεν κατέχουν στη σκέψη της τη θέση που θα απαιτούσε μια σύγχρονη οικοφεμινιστική προσέγγιση. Και εδώ εμφανίζεται ο όρος «ecowomanism» («οικογυναικισμός»).

Ο οικογυναικισμός

Η έννοια δεν πρέπει να συγχέεται με τον οικοφεμινισμό ούτε να αποδίδεται, όπως συνηθίζεται, στην Άλις Γουόκερ. Η Γουόκερ είναι εκείνη που διαμόρφωσε τον όρο «womanism», κυρίως μέσα από το In search of our mothers’ gardens: Womanist prose (1983), προκειμένου να περιγράψει μια οπτική που ξεκινά από τις εμπειρίες των μαύρων και των έγχρωμων γυναικών. Ο όρος «womanism» συνδέει το φύλο με την κοινότητα, τη φυλή, την πολιτισμική ταυτότητα και την επιβίωση. Για τη Γουόκερ, η καταπίεση των γυναικών δεν μπορεί να εξετάζεται απομονωμένα από τη φυλή και την κοινωνική τάξη. Ο γυναικισμός, επομένως, εξετάζει τη διασταύρωση φυλετικής, έμφυλης και ταξικής καταπίεσης.

Ο όρος «ecowomanism» εμφανίζεται στη συνέχεια ως συνάντηση του womanism με την οικολογική σκέψη. Μία από τις πρώτες σαφείς χρήσεις του εντοπίζεται στο έργο της Shamara Shantu Riley, και ειδικότερα στο δοκίμιό της του 1993 «Ecology Is a sistah’s issue too: The politics of emergent afrocentric eco-womanism». Εκεί η οικολογική κρίση εξετάζεται μέσα από την ιδιαίτερη εμπειρία των μαύρων γυναικών, συνδέοντας την περιβαλλοντική καταστροφή με τη φυλετική, έμφυλη και κοινωνική καταπίεση.

Δεν αρκεί πλέον να πούμε ότι οι γυναίκες καταπιέζονται από τον ίδιο μηχανισμό που καταστρέφει το περιβάλλον αλλά να διερωτηθούμε ποιες γυναίκες, με ποιον τόπο, κάτω από ποιες οικονομικές και ιστορικές συνθήκες και απέναντι σε ποια μορφή εξουσίας υφίστανται αυτή την καταπίεση.

Η έννοια, ωστόσο, πήρε την πιο συστηματική θεωρητική της μορφή αρκετά αργότερα, μέσα από το έργο της Melanie L. Harris. Η Harris ανέπτυξε τον οικογυναικισμό ως διεπιστημονική προσέγγιση που συνδέει τις εμπειρίες των μαύρων γυναικών, τη θρησκεία, την πνευματικότητα, την περιβαλλοντική προστασία και τη σχέση με τη Γη. Στο Ecowomanism: Black women, religion, and the environment και σε άλλα έργα της, ο οικογυναικισμός μετατρέπεται από έναν όρο σε ολοκληρωμένο θεωρητικό πλαίσιο. Η εξέλιξη αυτή απέβη καθοριστική. Δεν αρκεί πλέον να πούμε ότι οι γυναίκες καταπιέζονται από τον ίδιο μηχανισμό που καταστρέφει το περιβάλλον αλλά να διερωτηθούμε ποιες γυναίκες, με ποιον τόπο, κάτω από ποιες οικονομικές και ιστορικές συνθήκες και απέναντι σε ποια μορφή εξουσίας υφίστανται αυτή την καταπίεση.

Αυτό είναι ίσως το σημείο όπου η σύγχρονη οικοφεμινιστική σκέψη διορθώνει μια σημαντική αδυναμία του πρώιμου οικοφεμινισμού. Η γενική διαπίστωση ότι «οι γυναίκες και η φύση καταπιέζονται» απαλείφει τις τεράστιες διαφορές ανάμεσα στις ίδιες τις γυναίκες. Ο οικογυναικισμός επιμένει ότι η φυλή, η τάξη, η αποικιοκρατία και η ιστορική σχέση με τη γη δεν είναι δευτερεύουσες παράμετροι, αλλά βασικά συστατικά της οικολογικής κρίσης.

Αυτό που καθιστά πραγματικά επίκαιρη τη ντ’ Ομπόν είναι το ερώτημα αν μπορούμε να μιλήσουμε για τη σωτηρία του πλανήτη αποκλείοντας από τη συζήτηση τη φυλή, την τάξη, το φύλο, την αποικιοκρατία και το δικαίωμα όλων των κοινοτήτων να επιβιώσουν.

Η πανδημία Covid-19, μέσα στην οποία γράφτηκε η εισαγωγή των Bahaffou και Gorecki, λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κρίση έκανε ορατή την τεράστια σημασία της εργασίας φροντίδας, ενώ ταυτόχρονα αποκάλυψε πόσο άνισα κατανεμημένα είναι η επισφάλεια, η φροντίδα και η έκθεση στον κίνδυνο. Αυτό που προηγουμένως παρέμενε αόρατο έγινε ξαφνικά απαραίτητο για την επιβίωση της κοινωνίας.

Μια πολιτική και αντικαπιταλιστική στάση

Για τις Bahaffou και Gorecki, επομένως, ο οικοφεμινισμός δεν μπορεί να μετατραπεί σε έναν τρόπο ζωής ενταγμένο στο καταναλωτικό σύστημα ή σε μια νοσταλγική επιστροφή στη «φύση». Είναι, στον πυρήνα του, πολιτική και αντικαπιταλιστική στάση. Η οικολογική κρίση δεν θα αντιμετωπιστεί απλώς με ατομικές επιλογές, όσο παραμένουν άθικτες οι δομές που παράγουν την εκμετάλλευση. Η μεγάλη αξία της εισαγωγής τους βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ένσταση. Επανέρχονται στο έργο της ντ’ Ομπόν επισημαίνοντας τις σύγχρονες απαιτήσεις. Η ντ’ Ομπόν έδειξε ότι η πατριαρχία και η οικολογική καταστροφή είναι αλληλένδετες. Η σύγχρονη οικοφεμινιστική σκέψη και ο οικογυναικισμός ζητούν να προστεθούν σε αυτή την εξίσωση η φυλή, η τάξη, η αποικιοκρατία και η ιστορική ανισότητα.

Ο οικοφεμινισμός της ντ’ Ομπόν έκανε ορατή τη σύνδεση ανάμεσα στην εκμετάλλευση των γυναικών και την εκμετάλλευση της φύσης ενώ ο οικογυναικισμός μάς υποχρεώνει να εξετάσουμε ποιοι άνθρωποι πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα αυτής της εκμετάλλευσης και ποιες φωνές έμειναν έξω από την αρχική αφήγηση. Αυτό που καθιστά πραγματικά επίκαιρη τη ντ’ Ομπόν είναι το ερώτημα αν μπορούμε να μιλήσουμε για τη σωτηρία του πλανήτη αποκλείοντας από τη συζήτηση τη φυλή, την τάξη, το φύλο, την αποικιοκρατία και το δικαίωμα όλων των κοινοτήτων να επιβιώσουν.

Βλέπουμε και στην εποχή μας τον διάλογο περί αμβλώσεων όχι απλώς να επανέρχεται, αλλά το ήδη κατοχυρωμένο δικαίωμα των γυναικών να αποφασίζουν για το σώμα τους να αφαιρείται.

Μια ακόμη παράμετρος που θέτει είναι η υποχρέωση της γυναίκας να «ευχαριστεί» τον άνδρα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, στη σύγχρονη, εξελιγμένη κοινωνία μας, η οποία εύστοχα αποκαλείται «της κατανάλωσης», κάθε γυναίκα, ακόμη και στην εργατική τάξη, έχει το δικαίωμα σε αρκετό ελεύθερο χρόνο για να διατηρήσει τη θηλυκότητά της, την ομορφιά της, για να αρέσει, τελικά, καθώς αυτό είναι το φυσικό της πεπρωμένο. Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να αναφερθούμε στους τρόπους που η πατριαρχία ασκεί εξουσία και ελέγχει το γυναικείο σώμα. Σύμφωνα με την ντ’ Ομπόν οι δύο πιο σημαντικοί κίνδυνοι που απειλούν την ανθρωπότητα είναι ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού και η καταστροφή του περιβάλλοντος. Μέσα στο βιβλίο της παραθέτει όλη τη μακρά πορεία εξοβελισμού των γυναικών από την ισότιμη συμμετοχή τους στην κοινωνική δράση και στον περιορισμό τους στη οικιακή εργασία ως τροφό και φροντίστρια, με ρόλο υποστηρικτικό στο κυρίαρχο αρσενικό. Ο έλεγχος στο γυναικείο σώμα εντοπίζεται κυρίως στην αναπαραγωγή, καθώς αυτή η διαδικασία αποκλείει από την εργασία εκτός σπιτιού, ενώ το αφήγημα των κατασκευασμένων στερεοτύπων περί μητρότητας ενισχύονται από θρησκευτικές πεποιθήσεις και ηθικολογίες. Βλέπουμε και στην εποχή μας τον διάλογο περί αμβλώσεων όχι απλώς να επανέρχεται, αλλά το ήδη κατοχυρωμένο δικαίωμα των γυναικών να αποφασίζουν για το σώμα τους να αφαιρείται.

Το ανδρικό βλέμμα στο γυναικείο σώμα 

Στο βιβλίο της Fat is a feminist issue  η Susie Orbach ασκεί μία φεμινιστική κριτική στους τρόπους με τους οποίους η πατριαρχική κοινωνία επιτηρεί και ελέγχει το γυναικείο σώμα. Παραθέτοντας το απόσπασμα από το Η εικόνα και το βλέμμα του John Berger: «Οι άνδρες δρουν και οι γυναίκες φαίνονται. Οι άνδρες κοιτάζουν τις γυναίκες. Οι γυναίκες βλέπουν τις εαυτές τους να παρατηρούνται. Αυτό καθορίζει όχι μόνο τις περισσότερες σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά επίσης τη σχέση των γυναικών με τις εαυτές τους», επισημαίνει ότι οι γυναίκες ενθαρρύνονται να βιώνουν τον εαυτό τους μέσα από ένα φαντασιακό ανδρικό βλέμμα, μαθαίνοντας να παρακολουθούν το σώμα τους και να αξιολογούν διαρκώς αν είναι όμορφες, επιθυμητές και κοινωνικά αποδεκτές. Η εμφάνισή τους από προσωπική επιλογή παίρνει μορφή υποχρεωτική, ώστε να ακολουθεί επιβεβλημένα πρότυπα.

Η βιομηχανία της ομορφιάς, της μόδας, της διαφήμισης εντείνει αυτή τη διαδικασία, προβάλλοντας πρότυπα που βασίζονται στη νεότητα, την ομορφιά, στο καλλίγραμμο σώμα. Το γυναικείο σώμα μετατρέπεται έτσι σε εμπόρευμα

Ο γάμος παρουσιάζεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο ως ένα είδος αγοραπωλησίας, στην οποία οι γυναίκες καλούνται να καταστήσουν τον εαυτό τους σεξουαλικά ελκυστικό, ενώ παράλληλα προετοιμάζονται για τους κοινωνικά επιβεβλημένους ρόλους της συζύγου και της μητέρας. Η βιομηχανία της ομορφιάς, της μόδας, της διαφήμισης εντείνει αυτή τη διαδικασία, προβάλλοντας πρότυπα που βασίζονται στη νεότητα, την ομορφιά, στο καλλίγραμμο σώμα. Το γυναικείο σώμα μετατρέπεται έτσι σε εμπόρευμα, του οποίου η αξία εξαρτάται από τη συμμόρφωσή του με κοινωνικά κατασκευασμένα πρότυπα.

Το βάρος αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα ατομικής πειθαρχίας ή προσωπικής αποτυχίας. Η ανεξέλεγκτη ψυχογενής κατανάλωση τροφής και η παχυσαρκία μπορούν, αντίθετα, να κατανοηθούν ως συνειδητές ή ασυνείδητες αντιδράσεις στις συνθήκες που επιβάλλονται στις γυναίκες. Μπορεί να σηματοδοτούν και μια μορφή αντίστασης, οργής ή ακόμη και μια άρνηση να παραμένει το γυναικείο σώμα διαρκώς διαθέσιμο στις πατριαρχικές απαιτήσεις, αποκτώντας πολιτική διάσταση. Επιπροσθέτως, επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αναπαραγωγική ικανότητα των γυναικών έχει ιστορικά χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για τον περιορισμό τους στη μητρότητα, τη φροντίδα και την οικιακή εργασία, ο έλεγχος του γυναικείου σώματος καθίσταται αξεχώριστος από την κοινωνική και οικονομική εξάρτηση των γυναικών.

Η Σίλβια Φεντερίτσι στα έργα της Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα (μτφρ. Ίρια Γραμμένου, Λία Γυιόκα, Παναγιώτης Μπίκας, Λουκής Χασιώτης, Εκδόσεις των ξένων) και Το σημείο μηδέν της επανάστασης (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Angelus novus) βάζει μια ακόμη παράμετρο. Η εγκυμοσύνη, ο τοκετός, η ανατροφή των παιδιών και η οικιακή φροντίδα συγκροτούν, σύμφωνα με την άποψή της, την κοινωνική αναπαραγωγή – την απαραίτητη εργασία για τη διατήρηση της εργατικής δύναμης, η οποία ιστορικά παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό απλήρωτη και αόρατη. Έτσι, ο «φυσικός» ρόλος της γυναίκας μετατρέπεται σε κοινωνική επιταγή.

Παράλληλα, η πειθάρχηση του σώματος οδηγεί στην εσωτερίκευση του κοινωνικού ελέγχου. Η γυναίκα μαθαίνει να παρακολουθεί η ίδια την εμφάνιση, το βάρος και τη σεξουαλικότητά της. Από αυτή την άποψη, ακόμη και η σύγχρονη βιομηχανία ομορφιάς μπορεί να ιδωθεί ως συνέχεια παλαιότερων μηχανισμών πειθαρχίας.

Σώματα προς κατανάλωση 

Στο εμβληματικό βιβλίο Σώματα προς κατανάλωση: Σκέψεις πάνω στον φεμινισμό και τη χορτοφαγία της Αμερικανίδας φιλόσοφου και ακτιβίστριας Carol J. Adams (μτφρ. Βαγγέλης Τσίρμπας, εκδ. Oposito), που από την πρώτη του έκδοση το 1990 εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τη φεμινιστική θεωρία και τον χορτοφαγικό φεμινισμό, η Adams υποστηρίζει ότι η εκμετάλλευση των γυναικών και η εκμετάλλευση των ζώων μετατρέπουν αμφότερες το σώμα σε αντικείμενο, τη ζωή σε εμπόρευμα και την κυριαρχία σε φυσική τάξη πραγμάτων.

oposito adams somata pros katanalosi

Η θέση αυτή συνομιλεί άμεσα με τον οικοφεμινισμό της ντ’ Ομπόν. Η Adams, όμως, επισημαίνει ότι η ίδια λογική που επιτρέπει την αντικειμενοποίηση των γυναικών νομιμοποιεί και τη βιομηχανική εκμετάλλευση των ζώων. Ο άνθρωπος τοποθετείται στην κορυφή μιας πυραμίδας εξουσίας, ο άνδρας πάνω από τη γυναίκα, ο πολιτισμός πάνω από τη φύση, το ανθρώπινο πάνω από το ζωικό. Η ιεραρχία εμφανίζεται ως φυσικός νόμος και η βία παρουσιάζεται ως κανονικότητα. Αναδεικνύει τους μηχανισμούς της εξουσίας που εγκαθιδρύουν την εκμετάλλευση υπογραμμίζοντας ότι μέσα από αυτούς το θύμα παύει να γίνεται αντιληπτό ως υποκείμενο, καθίσταται αόρατο. Τονίζει όμως ότι «όταν οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες μιλούν για την εμπειρία των ζώων σαν κάτι κυριολεκτικά συνυφασμένο με όσα βιώνουν οι γυναίκες αποσιωπούν και οικειοποιούνται όσα στα αλήθεια συμβαίνουν στα ζώα». 


• Διαβάστε επίσης: «Σώματα προς κατανάλωση» της Κάρολ Τζ. Άνταμς (κριτική) – Πώς ο φεμινισμός συνδέεται με τη χορτοφαγία;


Η λογοτεχνία 

Έχοντας σκιαγραφήσει, έστω και μερικώς, το πλαίσιο και τις παραμέτρους του οικοφεμινισμού, θα εξετάσουμε πώς η λογοτεχνία εκφράζει τους προβληματισμούς που διερευνώνται από τη φεμινιστική θεωρητική σκέψη και προασπίζονται από τον ακτιβισμό.

Στο μυθιστόρημα Τζέιν Έιρ της Σάρλοτ Μπροντέ, η αφήγηση συνδέει επανειλημμένα τη γυναικεία χειραφέτηση με το φυσικό περιβάλλον και συγκεκριμένους χώρους, παρουσιάζοντας την πατριαρχική εξουσία ως μια δύναμη που επιχειρεί να πειθαρχήσει τόσο τις γυναίκες όσο και τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης.

Το Γκαίητσχεντ Χωλ, το Λόγουντ και το Θόρνφηλντ Χωλ είναι χώροι αυστηρά οργανωμένοι και ρυθμιζόμενοι από πατριαρχικούς κανόνες. Εντός τους, η Τζέιν καλείται να είναι υπάκουη, σιωπηλή και ευγνώμων. Η ανεξαρτησία της σκέψης και του χαρακτήρα της αντιμετωπίζεται ως απειλή, όπως ακριβώς η άγρια φύση θεωρείται κάτι που πρέπει να ελεγχθεί και να τιθασευτεί, καθώς διαφεύγει από την πατριαρχική εξουσία. Η Τζέιν στρέφεται επανειλημμένα προς το φυσικό περιβάλλον σε στιγμές κρίσης ή ενδοσκόπησης. Οι ερημικές εκτάσεις, οι κήποι, τα δάση και τα ανοιχτά τοπία τής προσφέρουν τη δυνατότητα να σκεφτεί ελεύθερα και να επανασυνδεθεί με τις επιθυμίες και την ταυτότητά της. Οι στιγμές αυτές συνιστούν τρόπους αντίδρασης απέναντι στα συστήματα κυριαρχίας έξω από τις ιεραρχικές δομές της βικτωριανής κοινωνίας που αντιπροσωπεύουν αυτοί οι χώροι διαμονής της.

Επίσης, συνδέει τη φύση με δυνάμεις ανεξέλεγκτες, ανατρεπτικές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Μπέρθα Μέησον. Γνωστή ως η «τρελή στη σοφίτα», θα μπορούσαμε να πούμε πως ενσαρκώνει τη μοίρα των γυναικών που δεν μπορούν να ενταχθούν στα πατριαρχικά πρότυπα. Η περιγραφή της παραπέμπει στην αγριότητα και τη ζωώδη φύση. Η βικτωριανή κοινωνία ερμηνεύει αυτά τα χαρακτηριστικά ως απειλή ή παθολογία. Ωστόσο, η γλώσσα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη Μπέρθα θυμίζει τη γλώσσα με την οποία περιγράφεται και η εκμετάλλευση της φύσης, εφόσον και οι δύο παρουσιάζονται ως ατίθασες, απρόβλεπτες, επικίνδυνες και άρα χρήζουν πειθάρχησης και περιορισμού. Ο εγκλεισμός της στο Θόρνφηλντ αντανακλά την πατριαρχική επιθυμία να περιορίσει ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει.

Ακόμα πιο έκδηλη είναι η σχέση εκμετάλλευσης φυσικού περιβάλλοντος και γυναικείου σώματος στο μυθιστόρημα της Μαίρης Γουέμπ Ακριβό φαρμάκι (μτφρ. Άννα Σικελιανού, εκδ. ΕΠΟΨ). Όπως αναφέρω στην κριτική μου για το μυθιστόρημα αυτό:

«Στο Ακριβό φαρμάκι η Γουέμπ δεν ενδιαφέρεται μόνο για τη θέση της γυναίκας στην πατριαρχική κοινωνική δομή, αλλά και για τη σχέση της κυριαρχίας πάνω στη γη. Η αγροτική ζωή δεν παρουσιάζεται ως ειδυλλιακή ή ρομαντική, παρότι φυσικά και υπάρχει ο έρωτας, στις διαφορετικές εκφάνσεις του. Στην ύπαιθρο, υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για την εργασία, την ιδιοκτησία και την εξουσία, που  ενσαρκώνονται στα δύο αδέλφια της οικογένειας Σαρν: την Προύε και τον Γεδεών. Ο Γεδεών λειτουργεί ως σύμβολο την ανδρικής κυριαρχίας πάνω στο σώμα και τη ζωή των γυναικών και στην εκμετάλλευση της φύσης. Επιθυμεί να ελέγχει, να κατέχει και να αποκομίζει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κέρδος. Για τον Γεδεών, τόσο η γη όσο και οι γυναίκες υπάρχουν για να (εξ)υπηρετούν τις φιλοδοξίες του. Η στάση του αντικατοπτρίζει μια πατριαρχική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αξία των γυναικών καθορίζεται από τη χρησιμότητά τους και όχι από την προσωπικότητά τους. Η Προύε βρίσκεται στον αντίποδα. Η σχέση της με τη φύση βασίζεται στον σεβασμό και όχι στην κυριαρχία. Αντιλαμβάνεται τη γη ως ζωντανό κομμάτι της κοινότητας και όχι ως αντικείμενο εκμετάλλευσης. Το δίπολο αυτό των δύο αδερφών αποτελεί ίσως το πιο σύγχρονο στοιχείο του μυθιστορήματος. Η Γουέμπ υπονοεί ότι η εκμετάλλευση της φύσης και η καταπίεση των γυναικών δεν είναι δύο ξεχωριστά φαινόμενα, αλλά προέρχονται από κοινή ρίζα. Η επιθυμία για κυριαρχία πάνω στη γη συνδέεται με την επιθυμία για κυριαρχία πάνω στους ανθρώπους, και ιδιαίτερα πάνω στις γυναίκες».

epops webb akribo farmaki

Η νομπελίστρια Χαν Γκανγκ στο μυθιστόρημά της Η χορτοφάγος (μτφρ. Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Καστανιώτη) αμφισβητεί ένα αξιακό σύστημα που προσπαθεί να ελέγξει τόσο το γυναικείο σώμα, όσο και τη φύση, αντιμετωπίζοντάς τα ως αντικείμενα. Μια νέα γυναίκα, η Γιόνγκ-χε, ζει με τον σύζυγό της σε μια τυπική μεσοαστική οικογένεια. Η ανατροπή έρχεται όταν η Γιόνγκ-χε αποφασίζει, σχεδόν χωρίς εξηγήσεις, να μην ξαναφάει κρέας επιχειρώντας να αλλάξει τον ίδιο τον τρόπο ύπαρξής της. Θέλει να γίνει φυτό.

kastaniotis gang i xortofagos

Το κρέας δεν είναι μόνο τροφή, μα αντικατοπτρίζει την κουλτούρα βίας και της κυριαρχίας. Η χορτοφαγία γίνεται επιλογή αυτοδιάθεσης, μια άρνηση απέναντι στην οικογένεια, τον σύζυγο, τις κοινωνικές επιταγές και, τελικά, απέναντι στη λογική της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στα άλλα έμβια όντα. Η Γιόνγκ-χε, όπως και η φύση, αντιμετωπίζεται από τους γύρω της ως κάτι που πρέπει να επανέλθει στην «τάξη». Ο έλεγχος στο σώμα της εκδηλώνεται από τη συμμόρφωση σε επιβεβλημένες νόρμες. Πρέπει να τρώει, να συμπεριφέρεται, να επιθυμεί και να υπάρχει σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων. Όπως τα ζώα μετατρέπονται σε τροφή, έτσι και το γυναικείο σώμα μετατρέπεται σε αντικείμενο κοινωνικής χρήσης. Η εξέγερσή της, επομένως, δεν αφορά μόνο στο τι τρώει αλλά στο ποιος έχει δικαίωμα να αποφασίζει για το σώμα της.


• Διαβάστε επίσης: «Η χορτοφάγος» της Χαν Γκανγκ & «Κιμ Τζιγιάνγκ, Γεννημένη το 1982» της Τσο Ναμ-Τζου: Η λογοτεχνική κραυγή της άρνησης


Η επαφή με τον καλλιτέχνη σύζυγο της αδερφής της αποκαλύπτει τη μεταμόρφωση του σώματος της Γιόνγκ-χε σε καλλιτεχνικό καμβά και ερωτικό αντικείμενο που ικανοποιεί την ανδρική επιθυμία και την καλλιτεχνική προβολή της. Η Γιόνγκ-χε επιχειρεί να αποδράσει από τους ρόλους της συζύγου, κόρης, ερωτικού αντικειμένου, καλλιτεχνικής μούσας, ασθενούς, αρνούμενη να προβάλλουν πάνω της οι άλλοι τις ανάγκες, τους φόβους και τις επιθυμίες τους.

Πίσω από τη Γιόνγκ-χε υπάρχει μια οικογένεια διαμορφωμένη από τη βία. Ένας πατέρας, παλαίμαχος του πολέμου στο Βιετνάμ, επιβάλλει την εξουσία του στα μέλη της οικογένειας. Η βία δεν εξαφανίζεται, μα μεταβιβάζεται, μετασχηματίζεται, εσωτερικεύεται. Η Γιόνγκ-χε κρατά τον θυμό μέσα της, μέχρις ότου αυτός μεταμορφωθεί σε αυτοκαταστροφική άρνηση μετατρέποντας πάλι το σώμα σε πεδίο έκφρασης της εσωτερικευμένης πατριαρχικής εξουσίας.

Ένα είδος λογοτεχνίας που έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με τον οικοφεμινισμό είναι το δυστοπικό μυθιστόρημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η διλογία της Μάργκαρετ Άτγουντ Η ιστορία της Θεραπαινίδας και Οι διαθήκες (μτφρ. Αύγουστος Κορτώ, εκδ. Ψυχογιός). Η Άτγουντ περιγράφει μια κοινωνία που έχει οδηγηθεί σε οικολογική καταστροφή και αντιμετωπίζει δημογραφική κρίση.

Η υπογονιμότητα, αποτέλεσμα μεταξύ άλλων της περιβαλλοντικής μόλυνσης, μετατρέπει τη γονιμότητα σε πολύτιμο κοινωνικό αγαθό και τις γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν σε αναπαραγωγικά εργαλεία του κράτους. Η πατριαρχική κοινωνία της Γαλαάδ αντιμετωπίζει τη γυναικεία αναπαραγωγική ικανότητα όπως και τη φύση, μετατρέποντάς το γυναικείο σώμα και το περιβάλλον σε αντικείμενα εκμετάλλευσης όπου ασκεί έλεγχο. Η πατριαρχία δεν επιβάλλεται μόνο από τους άνδρες, αλλά αναπαράγεται και μέσα από θεσμούς στους οποίους συμμετέχουν γυναίκες.

Η οικολογική καταστροφή, οι επιπτώσεις στην αναπαραγωγική ικανότητα του γυναικείου σώματος και ο έλεγχος σε αυτό από ένα απολυταρχιό καθεστώς πατριαρχικών αντιλήψεων αποτελεί κοινή βάση και για τα μυθιστορήματα Οι ανάξιες (μτφρ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδ. Πατάκη) της Αγκουστίνα Μπαστερρίκα και Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Αίολος) της Ζακλίν Χάρπμαν.

Η Μπαστερρίκα τοποθετεί τις «ανάξιες» σ’ ένα δυστοπικό μέλλον, όπου, μετά από μια οικολογική καταστροφή, κάποιες γυναίκες που επιβίωσαν ζουν σε ένα μοναστήρι μιας θρησκευτικής αίρεσης. Στον Οίκο της Ιερής Αδερφότητας, ηγείται «Εκείνος» -ο μυστηριώδης, αθέατος, απειλητικός άνδρας- και εκτελεί η βάναυση Ηγουμένη. Τα βασανιστήρια, ακόμα και μεταξύ των εγκλείστων, εκτός από τιμωρία είναι και μια μορφή ηδονής. Στη λειτουργία της μονής υπάρχουν διαβαθμίσεις και οι έγκλειστες χωρίζονται σε ανάξιες, θεραπαινίδες, Πεφωτισμένες, Τέλειες Αύρες, Μικρότερες Αγίες. 

Η συγγραφέας αναδεικνύει τους κινδύνους της απανθρωποποίησης, της εκμετάλλευσης του φόβου σε επισφαλείς συνθήκες, την απαλοιφή της εγγύτητας μέσω του διαχωρισμού και της ιεράρχησης, τις εκχωρήσεις που γίνονται για την επιβίωση. Κυρίως, όμως, στηλιτεύει το σύστημα εξουσίας, όποια μορφή και αν αυτό έχει, και υπογραμμίζει τα κοινά μοτίβα ελέγχου που χρησιμοποιούνται. Και εδώ την ανδρική εξουσία συνδράμουν γυναίκες. Υπενθυμίζει ότι σε κάθε καθεστώτος ελέγχου, μέσα στην υποταγμένη πλειοψηφία, συνυπάρχει ή εμφιλοχωρεί η επαναστατική αντιδραστική μειοψηφία που αντιστέκεται και πυροδοτεί την αλλαγή.

Παρομοίως, η Χάρπμαν στο μυθιστόρημά της περιγράφει μια ομάδα γυναικών που μετά από μια απροσδιόριστη καταστροφή ζουν έγκλειστες. Οι δικές της όμως πρωταγωνίστριες βρίσκονται στο κελί ενός υπόγειου καταφύγιου και επιτηρούνται από άνδρες φύλακες. Οι μνήμες από τη ζωή τους πριν από τη φυλάκισή τους εξασθενούν, ενώ και ο λόγος της κράτησής τους παραμένει επίσης άγνωστος. Σαράντα γυναίκες ζουν σε έναν ενιαίο χώρο, χωρίς καμία ιδιωτικότητα, τηρώντας ευλαβικά το πρόγραμμα που τους έχουν ορίσει, με απαγόρευση να αγγίζουν η μια την άλλη κι ένα αόρατο μαστίγιο να τις τιμωρεί όταν παρεκκλίνουν.

Η νεότερη εξ αυτών δεν έχει αναμνήσεις από τη ζωή πριν τον εγκλεισμό, ούτε έμμηνο ρύση. Έχει παντελή άγνοια για τους έμφυλους ρόλους, την ερωτική σχέση ανδρών-γυναικών, τη μητρότητα. Όταν οι φρουροί εξαφανιστούν και οι φυλακισμένες βρεθούν ελεύθερες στην επιφάνεια, θα ανακαλύψουν έναν πλανήτη άγονο κι ερημωμένο. Θα βρεθούν στην απόλυτη μοναξιά. Η Χάρπμαν καταδεικνύει ότι η απελευθέρωση από την πατριαρχία απαιτεί και την απελευθέρωση από την κυριαρχία στη φύση, την αντιμετώπιση της αδηφάγας εκμετάλλευσης των πόρων και της καταστροφής εξαιτίας της ρύπανσης. Η επιβίωση των γυναικών, έστω και μέσα στην απόλυτη μοναξιά, αποτελεί μια κατάκτηση μέσα σε ένα περιβάλλον βίας και καταστροφής, όπου τα σώματα και η υπόστασή τους τελούσαν υπό την εξουσία των ανδρών-επιτηρητών τους.


• Διαβάστε επίσης: «Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες» της Ζακλίν Χαρπμάν – Τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους


Ένα άλλο δυστοπικό μυθιστόρημα που όμως εστιάζει σε μια διαφορετική πτυχή του οικοφεμινισμού είναι το Ροζ γλίτσα της Φερνάντα Τριάς (μτφρ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδ. Carnivora). Στη δική της μυθοπλασία μια οικολογική καταστροφή μαίνεται. Μια κόκκινη σκόνη βάφει τα νερά και σκοτώνει τα ψάρια, η επιφάνεια της θάλασσας καλύπτεται από τοξικά φύκια, τα πουλιά έχουν εξαφανιστεί, ο άνεμος καταστρέφει το δέρμα των ανθρώπων. Μια νεαρή γυναίκα προσλαμβάνεται για να παρέχει φροντίδα σε ένα παιδί που πάσχει από ακόρεστη πείνα και το οποίο μένει για μεγάλα διαστήματα σπίτι της. Παράλληλα, επισκέπτεται τον πρώην σύζυγο της στο νοσοκομείο και αναμετράται με τον δύσκολο χαρακτήρα της μητέρα της. Η τροφή είναι δυσεύρετη. Από υπολείμματα κρεάτων παράγεται η Ροζ γλίτσα, μια κρέμα που αντικαθιστά την τροφή όπως την γνώριζαν.

carnivora trias roz glitsa

Ο καπιταλισμός, έχοντας εκμεταλλευτεί στο έπακρο τους φυσικούς πόρους και τα ζώα, οδηγεί το περιβάλλον σε οικολογική κατάρρευση. Η βία απέναντι στα ζώα εντοπίζεται στη διαδικασία της τεχνολογικής επεξεργασίας, ενώ οι περιβαλλοντικές συνέπειες της βιομηχανικής παραγωγής καθίστανται αόρατες. Σε αυτό το πλαίσιο η γυναίκα παρουσιάζεται ως φροντίστρια.

Η σύνδεση που κάνει ο οικοφεμινισμός ανάμεσα στην εκμετάλλευση των γυναικών και στην εκμετάλλευση της φύσης δεν αφορά μόνο την παραγωγή, αλλά και την αναπαραγωγική εργασία. Το μαγείρεμα, οι οικιακές δουλειές, η ανατροφή των παιδιών, η φροντίδα των ηλικιωμένων και των ασθενών, καθώς και η συναισθηματική φροντίδα στις πατριαρχικές και καπιταλιστικές κοινωνίες έχει ανατεθεί στις γυναίκες και παρουσιάζεται ως φυσική προέκταση της «γυναικείας φύσης». Η γυναίκα θεωρείται ότι «φροντίζει από τη φύση της», όπως ακριβώς η φύση θεωρείται δεδομένο να παρέχει απεριόριστα πόρους, ενέργεια και τροφή. Ο οικοφεμινισμός αντιτίθεται σε αυτή την υποτιθέμενη «φυσικότητα» που υποστηρίζει η φυσιοκρατία.


• Διαβάστε επίσης: «Ροζ γλίτσα» της Φερνάντα Τρίας – Νερά κόκκινα, ψάρια νεκρά, ζωή αφόρητη


Τη σύνδεση κάνει ακόμη πιο εμφανή η σκέψη της Σίλβια Φεντερίτσι για την αόρατη αναπαραγωγική εργασία. Η φροντίδα ενός παιδιού, ενός άρρωστου ή ενός εξαρτημένου σώματος δεν παράγει άμεσα εμπορεύματα, είναι όμως απαραίτητη για τη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας. Στο Ροζ γλίτσα, η περιβαλλοντική κρίση έχει ανατρέψει τις συνθήκες της καθημερινής ζωής. Η αφηγήτρια καλείται να προστατεύσει, να θρέψει, να περιποιηθεί και να διαχειριστεί τα ευάλωτα άτομα στη ζωή της.

Έως τώρα καταλήγουμε ότι στον οικοφεμινισμό εκτός από την αντικειμενοποίηση και την εκμετάλλευση των σωμάτων, υπάρχει και η διάστασή τους ως πεδία πειραματισμού και κατάκτησης. Κοινός παρονομαστής όλων των ανωτέρω είναι ο καπιταλισμός και συγκεκριμένα ο φυλετικός και πατριαρχικός καπιταλισμός.  Μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, του μάρκετινγκ και του υπερκαταναλωτισμού, αναπτύχθηκε η βιομηχανία της ομορφιάς και της μόδας, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες ο νεοφιλελευθερισμός προωθεί την κουλτούρα του γυμναστηρίου και του καλύτερου εαυτού. Σε αυτά προστέθηκε και η εικόνα του εαυτού που προβάλλεται στα μέσα δικτύωσης βάζοντας στο «παιχνίδι» και τον καπιταλισμό της πλατφόρμας. Για ακόμη μία φορά, τα σώματα των γυναικών δεν τους ανήκουν, καθώς οφείλουν να ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένα πρότυπα, σε έναν ιδανικό σωματότυπο και αισθητική, τα οποία συνεχώς αλλάζουν δημιουργώντας νέες αγορές και, κατά συνέπεια, νέες καταναλωτικές ανάγκες όπως και τη διαρκή επανεφεύρεση του εαυτού.

Στο μυθιστόρημά της Βούτυρο (μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη), η Ασάκο Γιουζούκι επικεντρώνεται στην εξωτερική εμφάνιση των γυναικών που σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα οφείλουν να είναι εξαιρετικά αδύνατες. Το λιποβαρές σώμα είναι ένδειξη σύνεσης, αυτοσυγκράτησης, πυγμής και στοχοπροσήλωσης, θεωρείται θελκτικό και συνεισφέρει ως προσόν στην επαγγελματική ανέλιξη. Ο συσχετισμός της διατροφής με τον πατριαρχικό καπιταλισμό, την αυτονομία και την αυτοδιάθεση του σώματος, την αυτοπειθαρχία, τις διατροφικές διαταραχές και τα επιβεβλημένα πρότυπα συμπεριφοράς και εμφάνισης απηχεί τις θέσεις του οικοφεμινισμού.


• Διαβάστε επίσης: «Ο Μεγάλος Ρέι» & «Βούτυρο» – Παχυσαρκία, τοξικές σχέσεις, νέες (σ)τάσεις απέναντι στην οικογένεια


Πρόσφατα κυκλοφόρησαν ακόμη δυο μυθιστορήματα που πραγματεύονται αυτήν ακριβώς την πτυχή του. Στο Γυμναστήριο της Βερένα Κέσσλερ (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα), μία νέα γυναίκα, πρώην ηγετικός στέλεχος μεγάλης εταιρείας, αναζητάει εργασία σε ένα γυμναστήριο.

Για να δικαιολογήσει τα παραπανίσια κιλά της προσποιείται ότι πρόσφατα απέκτησε μωρό. Κάπως έτσι ξεκινά ο αγώνας δρόμου βελτίωσης του σώματός της με εξαντλητική γυμναστική, ειδική διατροφή, αυτοπειθαρχία και επίτευξη όλο και υψηλότερων στόχων. Αυτή η βία προς το ίδιο της τον εαυτό θα στραφεί προς τους κατ’ επίφαση φεμινιστές εργοδότες της και την ανταγωνίστρια συνάδελφό της, άτομα που εκπροσωπούν τον σύγχρονο καπιταλισμό σε όλες τις εκφάνσεις του.


• Διαβάστε επίσης: «Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η λατρεία του σώματος και ο εφιάλτης της τελειότητας


Τη βελτίωση της εικόνας πραγματεύεται και η Φράνσις Τσα στο μυθιστόρημά της Αν είχα το πρόσωπό σου (μτφρ. Ηρώ Σκάρου, εκδ. Κέδρος). Η Τσα περιγράφει τη ζωή τεσσάρων γυναικών στη Νότιο Κορέα, όπου ο ανταγωνισμός συναντά τον υπερκαταναλωτισμό και τις χειρουργικές επεμβάσεις όχι για λόγους ματαιοδοξίας, αλλά επειδή η κουλτούρα τόσο στην Νότιο Κορέα όσο και στον δυτικό κόσμο θεωρεί την ομορφιά διαβατήριο στον εργασιακό χώρο.

Οι τοξικές σχέσεις, ο συνδυασμός της μητρότητας με την καριέρα, οι κοινωνικές πιέσεις, η βιομηχανία της πλαστικής χειρουργικής παρουσιάζονται ως απόρροια του πατριαρχικού καπιταλισμού, προβάλλοντας ταυτόχρονα τον εδραιωμένο ταξικό διαχωρισμό. Η Τσα αποκαλύπτει ότι η νεοφιλελεύθερη κοινωνία δεν εκμεταλλεύεται μόνο το φυσικό περιβάλλον, αλλά και το ίδιο το ανθρώπινο σώμα, μετατρέποντάς το σε αντικείμενο διαρκούς μεταμόρφωσης, επανεφεύρεσης και καταναλωτικής μανίας. Στο σημείο αυτό να προσθέσουμε και τη νέα τάση του cosmeticorexia όπου όλο και μικρότερης ηλικίας κορίτσια κάνουν χρήση προϊόντων καλλωπισμού έχοντας ως στόχο το αψεγάδιαστο δέρμα. Η γιγάντωση των βιομηχανιών αυτών επιβαρύνει το περιβάλλον και αποδεικνύει την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος.

Αναπόσπαστο μέρος του οικοφεμινισμού, όπως προαναφέρθηκε, είναι ο οικογυναικισμός, ο φεμινισμός που συνδέει την ανδρική κυριαρχία στη φύση με το βίωμα των μαύρων και έγχρωμων γυναικών. Η Άλις Γουόκερ, εκτός της επινόησης του όρου «γυναικισμός», στο εμβληματικό μυθιστόρημά της Το πορφυρό χρώμα (μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης, εκδ. Παπαδόπουλος) δημιουργεί διάλογο μεταξύ φύλου, φυλής με θέματα περιβάλλοντος, εμβαθύνοντας τη διασύνδεση των γυναικών με τη φύση και τις κοινωνικές δομές. Καταδεικνύει την κακοποίηση, τον ρατσισμό και τον σεξισμό που υφίστανται οι μαύρες γυναίκες και ταυτόχρονα υπογραμμίζει την αλληλένδετη σχέση της γυναικείας καταπίεσης με την εκμετάλλευση της φύσης στον πατριαρχικό καπιταλισμό.

Η Γουόκερ αναδεικνύει ότι η νοοτροπία που επιτρέπει στον σύζυγο της Σίλι να τη θεωρεί προσωπική του ιδιοκτησία, είναι η ίδια ακριβώς νοοτροπία που αντιμετωπίζει τη γη και τους πόρους της ως αγαθά προς κατανάλωση. Η απελευθέρωσή της ξεκινά με την αμφισβήτηση των κοινωνικών ιεραρχήσεων και επιταγών, αρνούμενη να παραμείνει θύμα ενός συστήματος που υποτάσσει και εκμεταλλεύεται τόσο τις γυναίκες όσο και τη φύση. Η Σίλι δεν βρίσκει την ανεξαρτησία της μόνο μέσα από την οικονομική της χειραφέτηση (τη δημιουργία της δικής της επιχείρησης ρούχων), αλλά και μέσα από την επανασύνδεσή της με τη γη. Η ενασχόλησή της με τον κήπο και η φροντίδα του περιβάλλοντός της λειτουργούν ως θεραπευτικό εργαλείο, αποκαθιστώντας τις πληγές που της άφησαν χρόνια σωματικής και ψυχολογικής κακοποίησης.


• Διαβάστε επίσης: «Το πορφυρό χρώμα» της Άλις Γουόκερ (κριτική) – Μυθιστόρημα-τομή στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία


Η Τόνι Μόρισον στο μυθιστόρημά της Αγαπημένη (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Παπαδόπουλος) περιγράφει ενδελεχώς τον καπιταλισμό και την αποικιοκρατία, όπου ο κατακτητής-ιδιοκτήτης εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους και τα σώματα των μαύρων γυναικών οι οποίες γίνονται θύματα βιασμού και αντιμετωπίζονται ως μέσα αναπαραγωγής γεννώντας νέους δούλους.

Η Σηθ, κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, εναντιώνεται στη φυλετική και πατριαρχική κυριαρχία και καταφέρνει να δραπετεύσει. Αργότερα, υπό τον φόβο να υποδουλωθεί και πάλι, φτάνει στο ακραίο σημείο να επιχειρήσει να σκοτώσει τα παιδιά της για να μη ζήσουν όσα αυτή βίωσε στο παρελθόν.

Η διαδρομή μας κλείνει με το μυθιστόρημα της Οκτάβια Ε. Μπάτλερ Η παραβολή του σπορέα (μτφρ. Βαγγέλης Πούλιος, εκδ. Αίολος). Στη δυστοπική μυθιστορία της Μπάτλερ παρακολουθούμε την Αμερική να διαλύεται αργά, με την καταστροφή να εξαπλώνεται σαν χθόνιος εχθρός και τον τρόμο να κρατά τους πάντες σε εγρήγορση. Πόλεις που καίγονται ενώ σφαίρες και κρότοι διαταράσσουν την ησυχία της νύχτας, το νερό να είναι πιο πολύτιμο από τον χρυσό, το φαγητό λιγοστό, τα είδη πρώτης ανάγκης να λογίζονται ως είδη πολυτελείας, τον πληθωρισμό σε ανεξέλεγκτη κατάσταση. Κάπου ανάμεσα στη μυρωδιά από τις πυρκαγιές και την περιγραφή ενός έθνους που καταρρέει, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι η Μπάτλερ δεν γράφει για το μέλλον, αλλά για τους φόβους που γεννιούνται στο παρόν. Διηγείται όσα ήδη συμβαίνουν.

Ο έμφυλος και κοινωνικός ρατσισμός, η ταξική διαστρωμάτωση, η έμμισθη εργασία που μετατρέπεται όχι απλά σε εργασιακή σκλαβιά μα σε υποθήκευση της ίδιας της ζωής των εργαζομένων είναι θέματα που απασχολούν τη συγγραφέα. Η πρωταγωνίστρια της, Λόρεν, είναι μια νεαρή, μαύρη και φτωχή γυναίκα που αμφισβητεί τις πατριαρχικές αντιλήψεις για την εξουσία και την επιβίωση. Η κλιματική κρίση στο μυθιστόρημα καταστρέφει δυσανάλογα πρώτα τις περιθωριοποιημένες κοινότητες.


• Διαβάστε επίσης: «Η παραβολή του σπορέα» της Οκτάβια Ε. Μπάτλερ (κριτική) – Κλιματική και πολιτική δυστοπία πιο επίκαιρη από ποτέ


Σε αυτή την καπιταλιστική πατριαρχική κοινωνία, που κυριαρχείται ολοένα περισσότερο από τη βία, τον μιλιταρισμό και την οικονομική ανισότητα, η Λόρεν προτείνει τους Γαιόσπορους, μια φιλοσοφία που βασίζεται στην αλλαγή, την προσαρμογή και τη συλλογική ευθύνη. Το όραμά της απορρίπτει την ιδέα ότι η επιβίωση προϋποθέτει την κυριαρχία πάνω στους άλλους. Αντίθετα, προτείνει τη δημιουργία κοινοτήτων ικανών να προσαρμόζονται στις κοινωνικές και περιβαλλοντικές μεταβολές. Η οικολογική καταστροφή αποκαλύπτει τις πολιτικές, οικονομικές και πατριαρχικές δομές που την έχουν προκαλέσει.

* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.

ΠΗΓΗ

spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Δημοφιλή