Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β’ μέρος με 33 ποιήματα.
Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας
Στο νέο μας μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, ανθολογήσαμε ποιήματα 66+1 εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, νέα/αδημοσίευτα καθώς και επιλεγμένα από βιβλία ή άλλες δημοσιεύσεις.
Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα είναι ο πολύ πρόσφατα εκλιπών Κώστας Θ. Ριζάκης, με τα δύο μικρά, ανθολογημένα εδώ ποιήματά του, να είναι φόρος τιμής στη μνήμη του, γιατί κι εκείνος έκανε με μεγάλη γενναιοδωρία προς τους νεότερους συναδέλφους πολλά ανθολόγια/αφιερώματα.
Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος
ΚΗΠΟΣ
τα θαμπά περιθώρια
χιλιόμετρα ολόκληρα
στο ραμμένο τους στόμα
στην ψυχή σου σφουγγάρι
κι όλο το νερό που κατάπινε
εκείνος ο κήπος
επιστρέφει στον ύπνο μου
ας πνιγώ
Πάσχα έρχεται
κλαψουρίζουν τα θράψαλα
γοερά στην κουζίνα
σαν ξυπνώ
ποτάμι νερό χύνεται απ’ το λάστιχο
κι η αυλή μας αστράφτει
καθαρή μες στον ήλιο
οι μπιγκόνιες αλλότριες
μαρτυράνε το χάδι
της
Αλέξιος Μάινας
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
(Το γέλιο του ήταν γύρω του
και απέναντί του οι πρόκες.)
Καμιά φορά μετά το μπάνιο στον καθρέφτη,
όταν διαγράφω με το χέρι τα χνότα για να δω τι νιώθω,
βλέπω τη ματαιότητα των μαλλιών μου
την απροθυμία του ξυραφιού στην πλαστική του θήκη
τ’ ακάματα μούσια που μεγαλώνουν χωρίς να το επιζητώ
τα χέρια μου που ανήκουν στο χαρτί όπως η θλίψη στο λυκόφως,
το κεφάλι μου που πήγε χαμένο, το σώμα που αγάπησες διακαώς
και σκέφτομαι τον Χριστό πάνω από τους ληστές
τους ληστές πάνω απ’ τη μάνα του
και τους πασσάλους των σταυρών πάνω από τους στρατιώτες –
τις γλάστρες και τα γιασεμιά και όλη αυτή την απονιά
που καλλιεργεί ο καθένας.
Αντώνης Μακρυδημήτρης
TRISTIS
Βαδίζει μέσα σ’ έναν κήπο
Όχι απολαύσεων, όπως ο πρώτος Αδάμ
Αλλά σ’ έναν κήπο δεινών
Προσεύχεται με αγωνία στο σκοτάδι
Ιδρώτας στάζει από το μέτωπο στο χώμα
Δεν διαμαρτύρεται, ούτε παραπονιέται
Εκτός από μια στιγμή, τη στιγμή εκείνη
Που είδε τους φίλους να κοιμούνται στη ρίζα του δέντρου
Μην αντέχοντας άλλο την αγρυπνία –
έστω για μια νύχτα, την τελευταία νύχτα
της επίγειας ζωής Του.
Θανάσης Μαρκόπουλος
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΡΩΣ
Τίποτα δε ζήλεψα περισσότερο από Κείνον
όσο τη στιγμή που καθώς ακάλυπτος
κείτεται στον ανθισμένο κάμπο
φρέσκες κοπέλες και ώριμες γυναίκες του έρωτα
σκύβουν και τον ασπάζονται ευλαβικά
ενώ τα μυρωμένα μαλλιά τους
φύκια και θωπεύουν το γυμνό του σώμα
Χάρης Μελιτάς
ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
[χαϊκού]
ΚΡΑΝΙΟΥ ΤΟΠΟΣ
Ήμαρτον Κύριε
απορούσε ο ληστής.
Γι’ αυτούς πεθαίνεις;
Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ
Είμαι αθώος.
Το φιλί μου υπήρχε
στο σενάριο.
Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ
Μόλις τελειώσουν
τα πυροτεχνήματα
θα μας σουβλίσουν.
ΛHΣΜΟΣΥΝΗ
H Ανάσταση
ξέχασε δυο γράμματα.
Εκ προθέσεως.
Κανελλίνα Μενούτη
ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ
Επέστρεψα και τα ’βαλα στο νερό.
Ο ιδρώτας της παλάμης μου τι να φτουρήσει;
Το άνθος έκλινε
βαρύ το σκάνδαλο
ο Χριστός στον τάφο.
Λίγο νερό κι αναθάρρησαν.
Λίγο απέριττο καλό
και να τα πίσω στη ζωή.
Εύα Μοδινού
ΣΤΟΥΣ ΘΑΛΑΜΟΥΣ ΕΝΟΣ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟΥ
Κι έπειτα προχώρησα εκεί όπου οι άνθρωποι γίνονταν σκιές
ωστόσο υπήρχαν κάποιοι που ακόμη κοίταγαν λαίμαργα
το Φως
Όμως τόσο φοβισμένα και μια γυναίκα άνοιγε τα χέρια της
σαν σταυρωμένη
«ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη· και ως αμνός εναντίον
του κείροντος αυτόν άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμα αυτού».
– Ποια είναι; Ρώτησα
– Αυτή αύριο θα σταυρωθεί. Μου απάντησαν
Είχε σκύψει στη γη διπλωμένη μέσα της σαν έμβρυο
Προσευχόταν
Αρεταίος Μπεζάνης
ΣΕ ΚΛΙΣΗ
Εχθές
λίγο μετά την ανάσταση
λιποθύμησα
από το πολύ φως
ή από το πολύ φαΐ
–το Φ κάπως με πειράζει–
όταν ξύπνησα
ήμουν στην Ιθάκη
ένας άνδρας ψηλός
καστανόξανθος
μάλλον Γερμανός
με κράταγε στα χέρια του
στα μαλλιά του φορούσε ένα στεφάνι
και ήταν ντυμένος στα λευκά
έτσι όπως ήμουν
σε κλίση
άκουγα τις φλέβες του να τρέχουν
και τους παλμούς του ν’ ανεβαίνουν
έριχνε ψιλόβροχο
όλες οι λαμπάδες είχαν σβήσει
εκτός απ’ τη δική μου.
Ηρώ Νικοπούλου
ΕΜΜΑΟΥΣ
Απ’ της κουζίνας το μισάνοιχτο παράθυρο
φάνηκε ο δρόμος για Εμμαούς
γυρνούσες κάθε τόσο πίσω
κι έσπερνες κλεφτές ματιές
ξεθωριασμένος μου φάνηκες πολύ
θολός και κουρασμένος
απ’ αμμοθύελλα χρόνου
άχνιζε του δειλινού η λαζούρα
γύρω απ’ τα σχήματα
τα βήματα αέρινα
ξέθωρα τα γράμματα
στο πλάι της κορνίζας
Το κάδρο ισιώνω κι ίσα που σώζω
τον καφέ στο γύρισμα
κι όμως έχω μια θύμηση αμυδρή
περπάτησα κάποτε μαζί Σου
μέσα στο ξαφνιασμένο φως
που μ’ έλουσε ανέτοιμη
σαν τότε στο παιδικό μου τ’ όνειρο
που αλλάξαμε σανδάλια
και χαμογέλαγες Εσύ πλατιά
βαθιά κι ευτυχισμένα
Αυτά σκεπτόμουν
κι ασυναίσθητα άρχισα να στρώνω
Το Τραπέζι
Ιφιγένεια Ντούμη
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Χτυπάει το τηλέφωνο. Δεν θα το σηκώσει κανείς.
Σ’ αυτό το σπίτι όταν χτυπάει το τηλέφωνο δεν το σηκώνει κανείς.
Κι ας επιμένουν να βάφουν αυγά.
Βασιλεία Οικονόμου
ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ
Δώσ’ μου τσιγάρο και φίλα με
το πρωί με σταυρώνουν
Σε μαύρους μύλους αλέθουν τα λόγια μου
Σπάσαν τα δόντια μου και τα σπέρνουν
Με τον ιδρώτα μου πλένουν το κεφαλόσκαλο
– έπειτα σοβατίζουν τους δρόμους
φορούν τα καλά τους και βγαίνουν
να με δουν να περνώ
Μόνο Παρασκευή με σπλαχνίστηκαν
Και με χέρια που έσταζαν σκουριά
έκανα να τους σκουπίσω τα δάκρυα
Να φυτρώσω ελπίδα στην πληγή την εύφορη
που έσκαψαν στην παλάμη μου,
όμως φοβήθηκαν μη λερωθούν
Μόνο νεκρό μ’ αγάπησαν
Με μύρο, ρόδα κι αίματα
Την Κυριακή γυάλισαν τους σταυρούς τους
και Δευτέρα σιωπηλά με ξανασταύρωσαν
με προσευχές.
Ιωάννης Πανουτσόπουλος
ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ
Αυτό το ποίημα υπήρξε
Ενταφιασμένο σε κάποιο τετράδιο
Πριν εγερθεί εκ νεκρών όπως
Κάθε ξημέρωμα παραμερίζω τα σκεπάσματα
Καθώς επιστρέφω από τον θάνατο στη ζωή
Με βαθιά πίστη προς εκείνον που παραγράφει
Άπειρα λάθη και οφειλές μου.
Ξενώνες τα κοιμητήρια και διατηρώ το κατάλυμά μου.
Μετά την κόπωση της ημέρας παραδίδομαι
Στον κόρφο της αιώνιας ανάπαυσης σαν βρέφος
Ζωντανός όσο πρέπει και νεκρός όσο γίνεται
Υπενοικιάζω όνειρα και
Τα παραχωρώ σε άγρυπνους επισκέπτες
Ανασκάπτω την πραγματικότητα και δημιουργώ
Το όρυγμά μου το αιώνιο και αν
Απαιτηθεί θα κατέβω έναν όροφο
Με την περιβολή και το κέφι που ταιριάζει
Σε όποιον μεταβαίνει σ’ εξοχική κατοικία
Βολικό παρατηρητήριο προς τα έγκατα της γης
Αδιάφορο αν καταφθείρω τα σανδάλια μου
Στην επιστροφή θα πάρω άλλα
Δεν πειράζει αν μου διαφύγει η τρέχουσα
Κολεξιόν και η μόδα που αλλάζει
Η Ανάσταση φοριέται αιώνια.
Άκης Παπαντώνης
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
κάποιες φορές, μετά τα βεγγαλικά
και τα φιλιά στα μάγουλα,
πιάνεις τον εαυτό σου να περιφέρεται
άσκοπα στο προαύλιο του σχολείου
που πήγαινες γυμνάσιο· τόση ησυχία
που μοιάζει με κακό αστείο
εκείνο που συνέβαινε μέχρι πριν λίγο
πεινάς, ο κίνδυνος πέρασε;
κοκαλώνεις
κάνεις προσπάθεια να αφουγκραστείς
τα βήματα όσων γυρίζουν ήδη σπίτια τους
ακούς αναμμένα κεριά να καίνε
–σε σχήμα σταυρού–
τις κάσες από τις εξώπορτες
κι ο ήχος αυτός
δεν μοιάζει ανθρώπινος
Γιάννης Πατίλης
ΥΠΕΡ ΑΔΥΝΑΤΟΥ
Μπορεί η καμήλα να περάσ’ απ’ τη ραφίδα
ή παλαμάρι από το μάτι της βελόνας;
τον Αχιλλέα πόδι να φτάσει της χελώνας
τ’ Άγραφα να τα κουμαντάρει η γραφίδα;
Όσο μπορεί κανείς να νοιάζεται πατρίδα
που να ’χει πέλαο σε μέγεθος σταγόνας
και μαξιλάρι μαλακό στήθη γοργόνας
ανέγγιχτο από τρικυμιά και καταιγίδα!
Θα ’ναι μαζί του όποιος στ’ Αδύνατο πιστεύει
που πλήθη θρέφει με άρτους πέντε και δυο ψάρια
και το νερό κάνει κρασί μες στα πιθάρια:
για τον φτωχό που στην καρδιά του Το γυρεύει·
ενώ στου Σίσυφου τη βια που είδε κι απόδε
τραβά τον βράχο και του λέει ουκ έστιν ώδε!
Μίνα Πατρινού
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΡΓΑ
I.
Λιτανείες χορταριάζουν τριγύρω
των αγγέλων τα στόματα.
Το φως της νύχτας κατέβηκε χαμηλά
πήρε τη σάρκα κεριού
έπιασε το πρώτο στασίδι.
Κάνει ηχώ η σιωπή του
και κείνες οι κοκαλιάρες γιαγιάδες
με τη συντριβή τους
στην άδεια εκκλησιά
του ξεχασμένου χωριού.
Κερί που στάζει στο δέρμα.
Αψύ το μαύρο.
Και η σελήνη νηστεύει το φως.
Εν αναμονή μιας νύχτας που ετοιμάζεται
να χτυπήσει καμπάνες.
II.
Εκείνες τις μέρες στο χωριό σκέφτομαι τώρα.
Δεν μου λείπει τόσο η μυρωδιά της πασχαλιάς
οι χρωματιστοί ντενεκέδες στα σοκάκια
ή οι πολυάσχολες ποδιές
όσο αυτό το βούισμα που έβγαινε απ’ τη γη.
Σαν των σωθικών σου το βούισμα.
Δημήτρης Περοδασκαλάκης
ΠΥΞ ΛΑΞ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ
(στον παπα-Ματθαίο)
Σάββατο βράδυ γι’ Ανάσταση
Κάτω απ’ τα πεύκα στην Αγια-Μαρίνα
Δίπλα στην εκκλησιά νεκροταφείο
Βρέχει τα πόδια του στον φλοίσβο
Απέναντι η Σπιναλόγκα
Πανσέληνοι λεπροί σκαρφαλωμένοι στα τοιχιά
Στήνουν τ’ αυτί τους για ν’ ακούσουν
Η ώρα δώδεκα κι «Ανέστη» όλοι φωνάζουν
Κλείνει η πόρτα του ναού
Απέξω και μπροστά της ο παπα-Ματθαίος
Έτοιμος για να πει «Άρατε πύλας»
Ο ψάλτης τρεις φορές τονε ρωτά:
«Τις έστιν ούτος ο της δόξης βασιλεύς;»
Μια δυνατή κλοτσιά κι οι πύλες του ναού ανοίγουν
Πενήντα χρόνια τώρα τον κλοτσά
Τον άρχοντα του σκότους που καγχάζει
Πενήντα χρόνια
Κι ένα βαθούλωμα στην πόρτα έχει μείνει
Αγγελική Πεχλιβάνη
ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ, 27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2019
(ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ· ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ.
– Ψαλμός ΡΓ΄, 20)
Η νυξ της νυκτός. Νox-noctis. .לילה.
Και όμως, θα τις διέλθω. Όχι σαν μυροφόρα αγιασμένη. Ούτε σαν ο Ερχόμενος,
ο εν πολλοίς Θεός. Σαν αγριμάκι θα ριχτώ στη μαύρη νύχτα. Σαν άγριος πεινασμένος
λύκος θα την κατασπαράξω. Και θα βρεθώ κοντά Σου. Στο χώμα το υγρό.
Μυρίζοντας την άνοιξη και το θυμίαμα των ζώντων.
Μην προσδοκώντας τίποτα.
Μην προσδοκώντας ανάσταση νεκρών.
Μανόλης Πολέντας
ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ
Συχνά, όταν δυο δόσεις αλκοόλ τρυπώνουν στις φλέβες μου,
βρίσκω να κάθονται πλάι μου να μου μιλούν,
ένας Ρεμπώ και ένας Χαλεπάς.
Βλέπουμε ίδια αγάλματα γυμνά
μέσα τους βλέπουμε.
Δε ρωτάμε αν είναι αρτιμελή.
Και πλάι στον έναν που πονά για όλους
μαζί σχεδιάζουμε
τον καλό Χριστούλη, κρεμασμένο πάνω
στον σταυρό του ανθρώπου
εκείνων όλων που πονούν τον έναν.
Δεν έχει θεό ούτε τιμωρία στο τέλος
μόνο τις καρδιές των φτωχών σκεπασμένες
με τον χιτώνα ενός περαστικού-για-λίγο ανθρώπου
που πόνεσε και αγάπησε το μεγάλο όνειρο
που ονειρεύτηκε.
Συχνά είναι νύχτα.
Πάντα μοιάζει να είναι νύχτα.
Κώστας Θ. Ριζάκης
ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ
«σήμερα μαύρος ουρανός
σήμερα μαύρη μέρα»
ένας ο πόθος ένα το σαράκι
να σου δοθεί ανέγγιχτο το ποίημα
από τα μύρα ανασταίνετ’ ο Χριστός
ή που ξενύχτησαν τόσες παρθένες
ξέχασε σώμα το σταυρό
ξέχνα τον τάφο
κάπου κοντά θε ν’ ακουστείς επίγραμμα:
– αγάπη μύησέ με σε μια τέχνη ατέρμονη
– ατέλειωτα μίλα γι’ αγάπη
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
επιτάφιος δρόμος νωρίς που με ξύπνησε
και με πήρε και πάει κι ούτε φτάνει
πόσα χρόνια ποιες μέρες και πόσες
φιλικές μου οι στιγμές
έχει μνήμη η ζωή μα διαρκεί όσο ο θάνατος πρέπει
μόν’ ο στίχος απόκτησε μάκρος και δύοντας
ηλιαχτίδα στο βλέμμα παράπονο άλγους θανάσιμο μήνυμα
νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα
τη σινδόνη της αποκαθήλωσης άπλωσε
ν’ ανασαίνει γλυκύτατο τέκνο σου
καταχείμωνον έαρ
Βασίλης Ρούβαλης
[ΣΤΙΧΟΙ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ]
Υπάρχει –
Η άλλη πλευρά
εκείνη που Θεός ο τεχνίτης
ορίζει ακριβώς τη ζωή.
Η εικόνα όσων έγιναν
μοιρασμένων, στον μέλλοντα χρόνο,
των μύχιων κι εμφανών.
Η επιλογή των υλικών, κατόπιν
της ουσίας, της πλησμονής.
Επίκεντρο ο ίδιος,
το κέντρο του εαυτού
οι περιστάσεις και η ουσία.
Τζίνα Ρουμπέα
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ
με ρούχα γιορτινά
και με φωτιά στα χέρια
επιστρέφουμε
ο δρόμος απλώνεται σαν φίδι
οδηγεί σε κόκκινο τραπέζι
αφήνει πίσω οτιδήποτε μοβ
όπως η οδύνη
και τα νυχτολούλουδα
στην τελευταία διασταύρωση
οι φωτεινές χούφτες πληθαίνουν
μαζί κι οι ευχές
–δαγκώνομαι στο αληθώς–
έσβησες;
η πόρτα του σπιτιού
ξανασταυρώνεται
κι απ’ το τραπέζι αφαιρούνται
όλα τα ποτήρια.
Λένα Σαμαρά
ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ
Μεγάλη Τρίτη
προς το βράδυ
το τροπάριο της Κασσιανής
ακούγεται μελωδικά
σε αυτιά που έμαθαν
ευλαβικά να ακούν τη θλίψη
το έλεος
να κοινωνούν
τη χάρη.
Ελένη Σαμπάνη
ΤΟ ΘΑΥΜΑ
Καθόμαστε κοντά
και κόβουμε ψωμί ο ένας για τον άλλον.
Παράξενο πράγμα η αγάπη:
άλλοτε Ανάσταση
άλλοτε Μεγάλη Παρασκευή
κι όμως κάθε χρόνο
στρώνει και πάλι τραπέζι.
Και ίσως αυτό να είναι το θαύμα.
Σωτήρης Σαράκης
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΛΑΛΗΜΑ
(πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με
– Κατά Ματθαίον, κστ΄ 75)
Φταίει πριν απ’ όλους ο Ματθαίος
έτσι που απίθωσε το τρὶς
ανάμεσα σε αλέκτορα και Πέτρο, φταίνε
έκτοτε οι ιερείς που απρόσεχτα
διαβάζουν ψαλμωδώντας τα ιστορούμενα
γέρνει το τρὶς
προς τον αλέκτορα χωρίς
καθόλου να τον αφορά, το λάθος
περνάει στο εκκλησίασμα, τι κι αν
Λουκάς και Ιωάννης δεν αφήνουν
κανένα περιθώριο παρανόησης, τι κι αν
σχολαστικός κατέγραψε ο Μάρκος
λεχθέντα και πραχθέντα επακριβώς
χρεώνοντας σωστά αρνήσεις
και λαλήματα, εμείς
παιδιόθεν πλανηθέντες μένουμε
για πάντα εγκλωβισμένοι
στην πλάνη μας πως τρεις
ελάλησε φορές ο πετεινός, μένουμε πάντα
εκεί να περιμένουμε
το τρίτο λάλημα, αυτό
που ουδέποτε ακούστηκε ή μέλλει
ν’ ακουστεί· ίσως γι’ αυτό
κανείς μας δεν ανένηψε ποτέ
ποτέ, κανείς μας, πουθενά
που εξελθών να έκλαυσε πικρώς.
Ντίνος Σιώτης
ΠΑΣΧΑ 2026
Σμπάρα, ραϊσμένα παΐδια αρνιών στη
σούβλα, τσουγκρίσματα, νταούλια,
κατσίκια, ανοίγει η εστίαση της φύσης,
βαμμένα κόκκινα αυγά, κοκορέτσια,
εμβολιασμένες γαρδούμπες, αληθώς
ο Κύριος και άλλα τοπικά προϊόντα
Λίνα Στεφάνου
ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ
– Τι κάνετε;
– Εγώ; Γράφω ποιήματα. Εσείς;
– Στολίζω Επιτάφιους.
– Δεν το έχω ξανακούσει. Κι έχετε δουλειά όλο το χρόνο;
– Όλο.
– Έχει όλο το χρόνο Επιτάφιους;
– Έχει όλο το χρόνο λουλούδια. Ο Επιτάφιος μετά είναι εύκολο να βρεθεί. Πάντα
κάπου στη γη υπάρχει ανάγκη για Επιτάφιο ή έστω για μια γιορτή. Το δύσκολο είναι
τα λουλούδια να βρεθούν. Εσείς; Έχετε δουλειά όλο το χρόνο;
– Εγώ; Όχι. Φοβάμαι δεν είμαι τόσο τυχερός. Σε μένα τα λουλούδια είναι σπάνια και
κανείς δεν έχει ανάγκη όλο το χρόνο από στίχους.
– Και πως ζείτε;
– Με μικρά θαύματα. Να, περίπου όπως κι εσείς.
Πέτρος Στεφανέας
ΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΟΥ ΣΧΙΣΜΑ
Η απρόσμενη επίσκεψη την ημέρα του Πάσχα
Των Ορθοδόξων
Κατέληξε σε διάλογο των ομολογιών
Για την επανένωση των εκκλησιών
Των δυο μας
Δεν υπήρξε ούτε το τυπικό φιλί για τη μέρα
Επέστρεψα σπίτι μετά το σχίσμα
Έκλεισα την πόρτα του κήπου
Με τον σύρτη μου
Το κεφάλαιό μας δια του δύο ακριβώς
Το τέλος ενός κεφαλαίου
Ως Ανάσταση.
Γιάννης Στρούμπας
ΠΑΝΑΓΙΑ ΡΟΥΚΕΤΙΑΝΗ Η ΧΑΛΚΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑ
Ποιος να χαρεί περισσότερο από Σένα, Παναγιά μου
για την Ανάσταση του Υιού Σου;
Πυροτεχνήματα Τού ανάβεις, Μεγαλόχαρη Τηνία
Φωτοβολίδες, Παριανή Εκατονταπυλιανή
Βεγγαλικά στα ουράνια τινάζεις, Σουμελά Μακεδονίτισσα
Κροτίδες και καψούλια στα σακάκια, Φανερωμένη Ηπειρώτισσα
Ρουκετοπόλεμο κηρύττεις στο Βροντάδο, Χιώτισσα Οδηγήτρα
Σαΐτες φλέγεις, Κατευοδώτρα Καλαματιανή
Χαλκούνια, Αγρινιώτισσα Πονολύτρα, πυρπολείς
Δυναμίτες, Καλύμνια Θαλασσίστρα
Βαρελότα, Θαλασσινή, στ’ Αργοστόλι
Μπαλοθιές Τού «παίζεις» στην Κρήτη πέρα ως πέρα
Ποιος να χαρεί περισσότερο από Σένα, Παναγιά μου
απ’ τον άνθρωπο τον πολεμοχαρή τον μπαρουτοκαπνισμένο
που ανασταίνεται νικώντας τον θάνατο
και συνεχίζει έπειτα με τάματα οδυνηρής άμυαλης ήττας
γι’ ακρωτηριασμένα χέρια, καμένα μάτια και πετσί;
Κάθε Ελλάδα και μια Παναγιά, Παναγιά μου,
να μας φυλάει απ’ τα εθιμικά πυρομανή μπαρούτια
των εθιμικά ανόητων.
Ζαχαρίας Σώκος
ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΔΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Κι είδα, στην εκκλησιά της Παναγιάς
στην Έλυμπο Καρπάθου, πριν τον τουρισμό,
τις γυναίκες που στολίζαν τον επιτάφιο,
κι είχαν συντρόφους ναυτικούς
που δεν ματαγυρίζουν,
κι ήξεραν πως της νιότης τους το περίσσευμα
άσκοπα σπαταλιέται.
Μαύρος για αυτές ο ουρανός
και μαύρη είναι η μέρα.
Στεφάνια με λεμονανθούς
λίγωναν απ’ τις φρέζες.
Λύναν τραβούσαν τα μαλλιά
γδέρναν τα πρόσωπά τους,
το τραύμα που τους έλαχε
κάπως να λιγοστέψουν.
Δική τους η χρυσή κλωστή,
το κέντημα δικό τους
και η Αχειροποίητη μορφή
δικό τους εικονίζει.
Μεθαύριο όμως, όταν ακουστεί
«ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη»
θα ήθελαν ν’ αξιωθούν,
να νιώσουν τον άνθρωπό τους,
και την υπέρβαση της Ανάστασης,
όχι σε φιλιά που κινδυνεύουν να παρεξηγηθούν
και στο κάψιμο απ’ τη φλόγα των κεριών
αλλά κάπως και δια των αισθήσεων.
Γιάννης Τζανετάκης
ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ
Περπατώντας άσκοπα μέσα στο σπίτι
πέφτω απάνω της στην Πανεπιστημίου.
Μύριζαν οι πορτοκαλιές
Μεγάλη Παρασκευή η Καλαμάτα
– έχουν μπερδευτεί οι πόλεις στο μυαλό μου.
Κοίτα είπε. Ένα τεράστιο φίδι
είχε κουλουριαστεί στον Επιτάφιο·
η μπάντα παιάνιζε το Radetzky March.
Γέλασα. Θα ’ταν αφύσικο οτιδήποτε άλλο λέω
και την παρότρυνα να μιλά συνέχεια
για να μην την πάρει ο ξύπνος.
Η πομπή ξεμάκρυνε απαλά.
Βλέπεις ο Επιτάφιος χρόνια τώρα
δεν περνάει πια απ’ αυτόν τον δρόμο λέω.
Σβήσαμε και οι δύο τα κεριά.
Καταραμένη νύχτα που διογκώνεις. Καταραμένο
αποκαλυπτικό και μεγεθυντικό σκοτάδι.
Χρήστος Τουμανίδης
ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
Κι επειδή άλλον τόπο δεν άφηναν
μέσα του οι φωτιές –
Μοναχός εβάδισε προς τη θάλασσα.
Εκεί, η μέρα φάνηκε καλή.
Λίγο το κύμα, λίγο τα φτερά:
«σήμερον επί νεφών και σιωπών
κρεμάμενος Κύριε!», φώναξε.
Ενώ οι καμπάνες άναβαν ένα ένα τ’ αστέρια.
Αντώνης Τσόκος
ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ή ΘΥΣΙΑ
Τα μάτια υπάρχουν
μόνο ως τοπίο.
Η όραση ως κατάληξη,
εκδίκηση που εκπνέει
στο βλέμμα.
Καμία Παναγία
δεν αντέχει το θέαμα
του σταυρωμένου γιου της.
Κανένας Ιωσήφ
δεν ονειρεύεται αναστάσεις.
Ο Χριστός
κλοτσάει την πέτρα
πάνω από τις κιμωλίες.
Στο κουτσό
το ένα πόδι παριστάνει το παρόν
το άλλο τη θυσία.
Λίνα Φυτιλή
ΛΑΜΠΑΔΑ
Ονειρεύτηκα χτες
πως έκαιγα λαμπάδα
γιορτινή του Πάσχα
έκαιγα
ως άλλη Κασσιανή
κι εσύ να ορμάς
επάνω μου
Επιτάφιος ακάλεστος.
Δεν μαρτυρούσα
δάγκωνα την Ανάσταση
αμφέβαλλα
αν ήμουν Κυριακή.
Κυριάκος Χαραλαμπίδης
ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Δεν είμαστε αρμόδιοι να μιλήσουμε
για πράγματα ιερά στην καθομιλουμένη.
Πώς να γνωρίζουμε άλλωστε τι έκαναν,
τι μεταξύ τους έλεγαν ως ξωμακραίναν;
Το βέβαιο: θα έτρωγε η Παναγιά ψωμί
από τα χέρια του Ιωάννη· τούτον είχε
στα φυλλοκάρδια ο γιος της που τη γη
εν ύδασι –κρεμάμενος– κρεμούσε.
Μάνα Θεού αυτή, και δεν ταιριάζει
καμία λύπη στη θεσπέσια θλίψη.
Το ξέρει, το διαισθάνεται, το κρύβει
και κρύβεται απ’ το δάκρυ της π’ αχνά
παραμονεύει στη φτωχή κουζίνα
οπού οι Απόστολοι σε νεφελένιο δίχτυ
φθάνουν από τις άκρες των ακρών
και τη θωρούν να πλένει
πινάκια δυο, ποτήρια δυο.
*Κεντρική εικόνα: Χρήστος Μποκόρος «Χέρια», Χρώματα λαδιού σε ξύλο / λεπτομέρεια / 2000
[ Εδώ θα βρείτε το Α΄ μέρος του αφιερώματος. ]







